Edward Lear-Thermopylae-Greece-1848

Edward Lear-Thermopylae-Greece-1848
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήριος Γ. Αλεξόπουλος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΘΙΩΤΙΔΑ ΛΗΣΤΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΘΙΩΤΙΔΑ ΛΗΣΤΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Η ληστοκρατία στη Φθιώτιδα το 1835


Η τραγική κατάσταση της ανυπαρξίας του κράτους και της αβεβαιότητας στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της Φθιώτιδας εξαιτίας της ληστείας, περιγράφεται παραστατικά μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας «ΑΘΗΝΑ» που εκδιδόταν από τον ΕμμανουήλΑντωνιάδη. Ειδικότερα στο φύλλο 296 της 10ης Δεκεμβρίου 1835 (Εικ.1αβ) δημοσιεύεται επιστολή κατοίκου της Φθιώτιδας με τα αρχικά Δ.Σ., η οποία περιγράφει τη χαώδη κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή.
Ειδικότερα:
α) στην εισαγωγή της επιστολής επικρίνεται το κλίμα ευφορίας που επικρατεί στην πρωτεύουσα από την άφιξη του Όθωνα και η αδιαφορία για τα τεκταινόμενα στην παραμεθόρια Φθιώτιδα.
β) Τονίζεται ότι οι κάτοικοι της Φθιώτιδας δεν ελπίζουν σε τίποτα διότι υποφέρουν καθημερινά από το φαινόμενο της ληστείας.
γ) Ακολουθεί παράθεση ορισμένων περιστατικών ληστείας πρός τεκμηρίωση των απόψεων του επιστολογράφου:
- Επιδρομή ληστών στο Λιμογάρδι.
- Τη νύχτα της 27ης Νοεμβρίου εξήντα ληστές επέδραμαν στο χώρο που προοριζόταν για λοιμοκαθαρτήριο στην Ιερά Μονή Αντίνιτσας. Η φρουρά του από πέντε ή έξι χωροφύλακες προσπάθησε να αντισταθεί. Ακολούθησε τρίωρη μάχη με αποτέλεσμα τον τραυματισμό δύο ή τριών χωροφυλάκων. Οι ληστές αφού έκαμψαν την αντίσταση, έκλεψαν το ταμείο του τελωνείου. Φόρτωσαν πέντε άλογα με κλοπιμαία και αναχώρησαν για την οθωμανική επικράτεια.
- Στις 26 Νοεμβρίου άλλοι ληστές έστησαν ενέδρα στο δρόμο Λαμίας-Άμφισσας. Σταμάτησαν ολόκληρη συνοδοιπορία ανθρώπων που μετέβαινε στη Λαμία και τους λήστευσαν. Επιτέθηκαν στον Ενωμοτάρχη Χρήστο που συνόδευε δύο κατηγορούμενους για ληστεία στην Άμφισσα. Γύμνωσαν και φόνευσαν τον Ενωματάρχη, αφού αιφνιδίασαν και διασκόρπισαν την ενωμοτία του. Απελευθέρωσαν τους δύο κατηγορουμένους και τους πήραν μαζί τους.
- Στις Μεξιάτες ληστές έσφαξαν για εκδίκηση τριάντα πρόβατα του Παρέδρου γιατί δεν τους έδωσε ψωμί.
- Στην παραθαλάσσια Αγία Μαρίνα επιτέθηκαν μεσημέρι, έδεσαν τους βοσκούς και πήραν τα πρόβατα.
δ) Παρότι επήλθε ο χειμώνας η ληστεία δεν παρουσιάζει ύφεση. Ο επιστολογράφος κατηγορεί τα βασιλικά στρατεύματα (Βαυαρούς) ότι συμπεριφέρονται όπως οι ληστές: βιαιοπραγούν στα χωριά (ξυλισμοί, φοβερισμοί, αγγαρείαι, όρνιθες, κρασία και άλλα πολλά). Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι οι κάτοικοι να υποφέρουν και από τους ληστές αλλά και από τα βασιλικά στρατεύματα (τους αχρήστους διά την εξάλειψιν της ληστείας τούτους στρατιώτας). Η καθημερινή αβεβαιότητα λόγω της έλειψης ασφάλειας οδηγεί τους κατοίκους να στήσουν τις καλύβες τους έξω από τη Λαμία εγκαταλείποντας τα χωριά τους.
ε) Στον επίλογο ο επιστολογράφος στρέφει τα βέλη του εναντίον της κυβερνητικής μηχανής. Προτείνει στο βασιλιά τη δημιουργία δέκα ελαφρών ταγμάτων, όπως είχε πράξει ο Καποδίστριας. Τέλος προτρέπει τον Όθωνα να επισκεφθεί τη Φθιώτιδα μόνος ή συνοδευόμενος από τον πατέρα του Λουδοβίκο Α΄ της Βαυαρίας για να διαπιστώσει από κοντά την κατάσταση (να έμβη εις κοινωνίαν με τον πάσχοντα μέν λαόν του, αλλά λατρεύοντα τον Βασιλέα του και ελπίζοντα εις μόνον αυτόν).
Το κείμενο της επιστολής έχει ως εξής:
«Εκ Λαμίας την 30 Νοεμβρίου 1835∙
Ίσως σείς οι κάτοικοι της πρωτευούσης άγεσθε και φέρεσθε την στιγμήν ταύτην από τάς συνήθεις παρατάξεις και τους χορούς διά την άφιξιν της Α.Μ. του Βασιλεώς της Βαυαρίας. Ίσως ευφημείτε εις τας διακοπτομένας από ερείπια οδούς των Αθηνών, εμπνευσμένοι από ελπίδας καλητέρου μέλλοντος και εκλαμβάνοντες τάς επιθυμίας σας διά πράγματα! . . εύχομαι και εγώ και πιστεύω μάλιστα, κρίνων εκ των προηγουμένων του μεγάλου και πρώτου φιλλέληνος Βασιλέως ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ, ότι η μετά του αγαθού Βασιλέως μας συνέντευξις του Πατρός θέλει φέρει καλά αποτελέσματα, αν η ραδιουργία προλαβούσα δεν μιάνη την περί τους Βασιλείς ατμοσφαίραν.
Αλλ’ εν τοσούτω εις ημάς τους δυστυχείς κατοίκους των συνόρων, εξευτηλισθέντας εις τον έσχατον βαθμόν από την επί μάλλον και μάλλον προοδεύουσαν επάρατον ληστείαν αι παρατάξεις αύται∙ οι χοροί ούτοι και αι ανευφημίαι δεν προξενούν καμμίαν εντύπωσιν∙ όχι ότι ημείς δεν ευγνωμονούμεν εις τον ένδοξον ξένον∙ όχι ότι δεν εγκρίνομεν την δικαίως απαιτουμένην ενθουσιώδη και πάνδημον έκφρασιν των αισθημάτων του Ελληνικού λαού πρός τον μέγαν υμνητήν των ενδόξων κατορθωμάτων του∙ άπαγε! αλλά η εκ των αλλεπαλλήλων κακώσεων δυστυχία και θλίψις ζωγραφισμένη εις τα πρόσωπα των ανθρώπων, εκυρίευσαν όλην την ψυχήν αυτών τόσον, ώστε δεν αφήκαν ούτε μέρος αυτής ελάχιστον, όπου να εισχωρέση άλλο αίσθημα∙ποτέ εις καμμίαν εποχήν της μεγάλης Εθνικής επαναστάσεως, και όταν τα Οθωμανικά στρατιωτικά σμήνη είχον πανταχόθεν περικυκλομένην την Ελλάδα, ποτέ δεν είχον φθάσει εις τόσην και τοιαύτην απελπισίαν.
Δεν είναι πλούσιος, δεν είναι πένης, πολίτης ή στρατιώτης ή ποιμήν ή οποιοσδήποτε άνθρωπος εις τον οποίον να μη βλέπη τις την κατήφειαν ως μαύρον μανδύαν κατακαλύπτουσαν το πρόσωπόν του∙ όλοι οι άνθρωποι σκυθρωποί και αγέλαστοι, περίλυποι έως θανάτου, παριστάνουν θέαμα εξαίσιον λαού σκεπτομένου σπουδαίως περί του μέλλοντός του∙το οποίον βλέπουν τρομερόν! και τώ όντι∙ ποίαν παρηγορίαν να έχωμεν αφού, αντί η Κυβέρνησις να λάβη μέτρα εκτεταμμένα, μέτρα μεγάλα∙μέτρα όλως Εθνικά, περιστρέφεται εις μικρόν περίβολον ιδεών και σχεδίων;
Ω, τους τυπικούς μας Υπουργούς! οίτινες επεριορίσθησαν εις μόνους τους τύπους, μέσα εις τα γραφεία των, και θέλουν να διοικήσουν δογματικώς∙ ας εκβούν έξω εις τον πραγματικόν κόσμον∙ ας ρίξουν τους οφθαλμούς των εις τα γινόμενα∙ ας πλησιάσωσι τα ώτα των εις την κλαυθηράν φωνήν ολοκλήρων Επαρχιών∙ και ας ακούσουν∙ η ληστεία απέβη σπουδαία∙ δεν είναι πλέον ληστεία, είναι επιδρομή γειτωνική και επιδρομή κατά τα διδόμενα συστηματική, ωφελουμένη από την γενικήν δυσαρέσκειαν και προθεμένη σκοπόν την καταστροφήν της Ελλάδος και την διά της βιαστικής μεταναστεύσεως των Ελληνικών χωρίων εις την Τουρκίαν ερήμωσιν των Επαρχιών∙ όθεν και λεηλατεί, και εξολοθρεύει αυτά διά του πυρός και της μαχαίρας. Προλαβόντος εγύμνωσαν το χωρίον Λιμογάρδι∙ εις τάς 27 του παρόντος Νοεμβρίου επάτησαν διά νυκτός το εις την έρημον επί των ορίων Μοναστηρίου της Αδινίτσης, προσδιωρισμένον διά λιμοκαθαρτήριον (αν εις τοιούτον τόπον δύναται να υπάρξη λοιμοκαθαρτήριον), όπου όλη η πρός φύλαξιν των καταδικασμένων εκεί παραλόγως και απανθρώπως να αγνίζωνται, φαίνεται, εις το ύπαιθρον διά της χιόνος και των σφοδρών ανέμων, όλη, λέγω, η πρός φύλαξιν των δυστυχών τούτων και των εκεί πραγματικών δύναμις μόνον εις πέντε ή έξι χωροφύλακες συνησταμένη, αφού δε διά περίπου τρείς ώρας επολέμησαν όντες οι λησταί περί τους εξήκοντα∙ επλήγωσαν δύω τρείς χωροφύλακας, εγύμνωσαν το εκεί τελωνιακόν Ταμείον, εφόρτωσαν τάς περισσοτέρας εκ των υπό κάθαρσιν πραγματειών εις πέντε άλογα και ανεχώρησαν εκτός των ορίων, όπου είναι το μέγα των ληστών εμπορείον, η τακτική των πανήγυρις.
Εις τάς 26 του αυτού πάλιν άλλο σώμα ληστών ενεδρεύον εκεί τον διά την Άμφισσαν από Λαμίαν δρόμον, όπου ήδη είχον σταματήσει ολόκληρον συνοδοιπορίαν ερχομένην διά την Λαμίαν και την εγύμνωσαν, εφόνευσαν και τον πρώτον ενωμοτάρχην Χρήστον, άνθρωπον αξιόλογον, τον οποίον όλοι εν γένει ελυπήθημεν, τον εφόνευσαν αιφνηδίως, συνοδεύοντα δύω υποδίκους, κατηγορούμενους επί ληστείαν, εις το εν Αμφίσση Πλημμελειοδικείον∙ αφ’ ού δε κατετρόμαξαν και δισκόρπισαν όλην την Ενωματίαν του, έλαβον μεθ’ εαυτών ή ως λέγουν αυτοί, ελευθέρωσαν τους υποδίκους. Προχθές έσφαξαν εις το χωρίον Μεξάταις περίπου τριάκοντα πρόβατα του Δημαρχικού παρέδρου, διότι δεν τους έδωσε ψωμί∙ σήμερον ημέρα μεσημέρι υπήγαν εις τα πέριξ του παραθαλασσίου χωρίου Αγίας Μαρίνας και έδεσαν τους ποιμένας εμάζευσαν αρκετά αιγιδοπρόβατα και τα επήραν∙ Τοιαύτα άπειρα κακά γίνονται καθεκάστην και τώρα μάλιστα εν καιρώ χειμώνος, ότι συνήθως έπαυεν άλλοτε και οι ληστείαι οπωσούν. σημείον και τούτο ότι έχουν ετοιμασμένον το ξεχειμαδίον των οι λησταί εις την γειτονίαν μας και εξησφαλισένον, όθεν και εξακολουθούν και τώρα το έργο των∙ αλλ’ οποία είναι άραγε τα γινόμενα κακά από τα λεγόμενα Βασιλικά στρατεύματα εις όλα ενγένει τα χωρία; ξυλισμοί και φοβερισμοί ακατάπαυστα. αγγαρείαι συνεχείς χωρίς να πληρώνονται. όρνιθες κρασία και άλλα πολλά∙ οι δυστυχείς κάτοικοι εν ενί λόγω πάσχουν διττώς∙ και από τους ληστάς και από τους αχρήστους διά την εξάλειψιν της ληστείας τούτους στρατιώτας χειρότερα∙ όθεν και άλλοι μέν απελπισθέντες αναχωρούν διά την Τουρκίαν, άλλοι δε έρχονται εις τα άκρα της Λαμίας, οπού έστησαν και στήνουν ήδη τάς καλύβας των, εγκαταλείποντες κατ’ αυτόν τον τρόπον τα χωρία των και την γεωργίαν των, μη έχοντες και τα αναγκαία πρός τροφήν διά τον χειμώνα . . . !
Τοιαύτα βλέπουν και φωνάζουν με στεναγμόν ψυχής οι εδώ άνθρωποι, αλλά τις ο ακούων; η αδράνεια ή μάλλον η παραλυσία της Κυβερνητικής μηχανής έφθασεν εις τον έσχατον βαθμόν∙ ας κοιμηθούν ας αναπαυθούν οι λεγόμενοι Γραμματείς και Υπουργοί∙ η άνοιξις έρχεται και θέλουν τρομάξει όταν είδουν ίσως όλην την Φθιώτιδα Τουρκικήν! άς κωφεύουν εις τάς γοεράς μέν αλλ’ όλως πατριωτικάς φωνάς των Ελλήνων, βλεπόντων εκ του πλησίον τον κίνδυνον, ας κωφεύουν: και όταν εξυπνήσουν η Βασιλική οργή και η Εθνική κατάρα θέλουν πέσει εις τάς κεφαλάς των.
Είθε ο αγαθός Βασιλεύς της Ελλάδος προνοών υπέρ της σωτηρίας και ασφαλείας των λαών του και του Κράτους του, είθε να επισπεύση την θεραπείαν! η θεραπεία του κακού έτοιμος και σύντομος∙ οργανισμός δέκα Ελληνικών Ελαφρών Ταγμάτων διά τα όρια ως επί Καποδιστρίου, και πολιτική καταλληλοτέρα εις τάς περιστάσεις∙ άνευ τούτου ουδέν κατορθούται όσα και αν κάμουν! μόνον μία ελπίς μας έμεινε πλέον, ο Θεός και ο Βασιλεύς∙ άχ! αν ο ΟΘΩΝ άφενε μίαν στιγμήν τάς Αθήνας και την μιασμένην αυτής από την ραδιουργίαν ατμοσφαίραν, και αν έκαμνε μίαν περιήγησιν έως εδώ να έμβη εις κοινωνίαν με τον πάσχοντα μέν λαόν του, αλλά λατρεύοντα τον Βασιλέα του και ελπίζοντα εις μόνον αυτόν, ήθελε βέβαια ιδεί και μάθει πολλά! συνοδευμένος μάλιστα εάν ήρχετο με τον Σεβαστόν Πατέρατου.        Δ. Σ.»


ΕΙΚΟΝΕΣ



α.
β.

Εικ.1αβ Το πρωτοσέλιδο και η τέταρτη σελίδα της εφημερίδας «Αθηνά». Στην επιστολή της τέταρτης σελίδας υπό τον τίτλο «Εκ Λαμίας την 30 Νοεμβρίου 1835» περιγράφεται η ζοφερά κατάσταση που επικρατούσε στη Φθιώτιδα εξ αιτίας της ληστείας


ΠΗΓΗ
Εφημερίδα «ΑΘΗΝΑ», φύλλο 296/10-12-1835, σελίδα 4 (ψηφιακός σελιδοδείκτης 615).




Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Ο ληστής της Όρθρυος


Στην περιοδική έκδοση ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ (Εικ.1) δημοσιεύεται διήγημα του συντάκτη της Κωνσταντίνου Ι. Πρασσά με τίτλο «Ο ληστής της Όρθρυος». Πηγή έμπνευσης αποτέλεσε το φαινόμενο της ληστείας που ταλαιπώρησε τις πόλεις και τα χωριά της Φθιώτιδας μετά την απελευθέρωση.
Ακολουθεί το κείμενο του διηγήματος:

«Πολλάς αξιολόγους διηγήσεις δύναται τις να εύρη μεταξύ των αναφερομένων εις τα χρονικά των τελευταίων ληστρικών συμμοριών, μία δε των τούτων, ην ενταύθα αφηγούμαι, αναφέρεται και εις την πόλιν ημών, αποτελούσα το παραδοξότερον και πλέον πρωτοφανές των απευκταίων όσα ποτέ εις την φιλήσυχον ταύτην πόλιν συνέβησαν.
* *
*
Η επί των ορέων ληστεία, συντόνως ολονέν πολεμουμένη υπό των στρατιωτικών αποσπασμάτων, εφαίνεταο, περί το 185…, παντελώς εξοντωθείσα. Το αυτό εκείνο όμως έτος ανεφάνη επί των ορέων της Όρθρυος η μυστηριωδεστέρα και τολμηροτέρα των συμμοριών, όσαι ποτέ υπήρξαν, λυμαινομένη παρατόλμως τα πέριξ, και εν τούτοις πάντοτε αόρατος μένουσα από των στρατιωτικών αποσπασμάτων, άτινα ματαίως ανεζήτουν τα ίχνη της.
Ο αρχηγός της συμμορίας ταύτης περί ού οι χωρικοί των περιχώρων διϊσχυρίζονται ότι καθ’ εκάστην μετεσχηματατίζετο εξωτερικώς εις άνθρωπον όλως διάφορον της προτεραίας και ότι κατήγετο από της καλητέρας οικογενείας ενός των εκεί πλησίον χωρίων, είχεν ευλόγως διασπείρει τον τρόμον εις όλας τας γειτονικάς πόλεις. Εν ή ημέρα ο στρατός τον ανεζήτει εν τινι πόλει ένθα προ ολίγων ωρών είχε διαπράξει παρατολμον ληστείαν, την αυτήν εκείνην ημέραν ήρχετο η είδησις περί τολμηράς υπ’ αυτού διαπραχθείσης αιχμαλωσίας εις πόλιν πολύ της πρώτης απέχουσαν, πράγμα αρκούν ίνα περιάγη τους διώκτας αυτού εις αληθή αμηχανίαν. Το περίεργον δε ήτο ότι καίτοι άξεστος χωρικός ο αρχηγός ούτος, εξέλεγε πάντοτε τα θύματά του, ως εάν ειργάζεταο προς αντικατάστασιν της κοινωνικής ισότητος, μεταξύ ωρισμένης τάξεως πλουσίων, απέχων πάντοτε του να βλάπτη τους αγαθοεργούς εξ αυτών. Πλείστοι έλεγον προς τούτοις ότι και ευηργέτει πολλούς πτωχούς χωρικούς, οίτινες διά τούτο δεν ήτο παράδοξον εάν τω παρείχον ενίοτε ως άσυλον τας καλύβας των.
Ο ληστής λοιπόν αυτός είχε καταστή ο τρόμος των πέριξ. Αλλ’ ο α, Θωμάς Δρόσης, ο πλουσιώτατος των κτηματιών της παρά την Όρθρυν πόλεως Β. έζη εν τη ασφαλεί του οικία απτόητος και ευτυχής. Λαβών μόνον μικρά τινα προφυλακτικά μέτρα, δεν είχεν πλέον να φοβήταί τι, διότι η οικία του έκειτο εις το κεντρικώτερον της πόλεως μέρος, και ούτω κατ’ ουδέν παρηνοχλείτο ο τερπνός βίος αυτού και της θελκτικής του συζύγου Ελένης ήν πρό ολίγου ήδη χρόνου είχε νυμφευθή.
Η Ελένη δεν κατήγετο από οικογενείας πλουσίας ή σημαντικής, απεναντίας μάλιστα υπήρχον μεταξύ των συγγενών της όχι ολίγοι χωρικοί, οικούντες εν των παρά τας υπωρείας της Όρθρυος χωρίων˙ ήτο όμως εκτάκτως περικαλλής, οι δε κάτοικοι της πόλεως Β΄, αποβλέποντες εις το κάλλος της αφ’ ενός, αφ’ ετέρου δε εις την αφοσίωσιν ήν εδείκνυε προς τον σύζυγόν της, ηυτύχιζον όλοι τον κύριον Δρόσην.
Ο κ.Θωμάς, ούτινος η οικία ήτο το εντευκτήριον των καλλιτέρων της πόλεως οικογενειών, είχε κατά τινα εσπέραν των απόκρεω μεγαλοπρεπή εν τη οικία του εσπερίδα. Έξω ήτο μία των ζοφεροτέρων του χειμώνος νυκτών, αλλ’ ότε οι κεκλημμένοι έφθανον εις την οικίαν του κ.Θωμά, ικανοποιούντο ευρίσκοντες όλας αυτής τας αιθούσας αποστιλβούσας εκ θαμβωτικού φωτισμού όστις χωρών και προς τα έξω δια των υέλων των παραθύρων, διέλυε μέρος του εκτός βασιλεύουντος σκότους. Αι αίθουσαι του κ.Θωμά ολονέν επληρούντο υπό φαιδροτάτων φιλικών οικογενειών αίτινες, η μία μετά την άλλην προσήρχοντο ανά ομίλους μετημφιεσμένων και μη, και η εσπερίς εκείνη προερμηνεύετο εκτάκτως λαμπρά. Εν τη συναναστροφή, ως εις όλας τας προ τριακονταετίας γενομένας, προηγήθησαν τινά εκ των απλοϊκών εκείνωνπαιγνίων του κόμβου κλπ. άτινα τότε ήσαν απαραίτητος προεισαγωγή πάσης μεταξύ οικογενειών διασκεδάσεως∙ αφού δε προσήλθον όλοι οι κεκλημένοι, ήρχισεν ευθύς ο χορός, όστις βαθμηδόν ενεψυχούτο και καθίστατο ολονέν ζωηρότερος, υπό τους ήχους ορχήστρας ανεπιλήπτου, ήτις εν τη εποχή εκείνη, ήτο τι έκτακτον διά πόλιν μικράν οία η Β.
Ο χορός διήρκει αδιακόπως μέχρι μεσονυκτίου, οπότε έπαυσε προς στιγμήν χάριν του περιμένοντος τους κεκλημένους εν τω εστιατορίω λαμπρού γεύματος. Μετά παρέλευσιν όμως ημίσειας ώρας τα ζεύγη των χορευτών επανήρχοντο ανά έν ευθυμότερα ή πριν εις την αίθουσαν του χορού, ήν δεν ήργησαν μετ’ ου πολύ να πληρώσωσιν.
Ο χορός ήρχισεν εκ νέου υπό τους ήχους θελγούσης μουσικής, ότε δε μετά μικρόν έκαμεν αύτη διάλειμμα ίνα μετ’ ολίγον επαναρχίση, το ωρολόγιον της εισόδου ηκούσθη ηχήσαν την πρώτην μετά το μεσονύκτιον ώραν. Αλλά την αυτήν στιγμήν, θόρυβος τις αλλόκοτος προελθών κάτωθεν από της αυλής, απέσπασε την προσοχήν των χορευτών οίτινες ανά δύο περιεφέροντο εν τη αιθούση προς αναψυχήν. Πριν ή προφθάσωσι να διευκρινήσωσι τον αλλόκοτον εκείνον θόρυβον, νέον συμβάν περιήγαγεν αυτούς εις παντελή έκπληξιν, διότι εν μια στιγμή είδον αίφνης την αίθουσαν του χορού πληρωθείσαν υπό εννέα ή δέκα ανδρών γενειοφόρων όλων, αγρίων την όψιν, εξωπλισμένων και φερόντων φουστανέλλας μαύρας ως η νύξ.
Οι κεκλημένοι εδίστασαν αν έπρεπε να γελάσωσιν ή όχι διά το προ αυτών απροσδόκητον θέαμα, αλλά βεβαίως θα εγέλων διά παιδιάν της απόκρεω τοσούτον επιτυχή, εάν η ώρα δεν ήτο ήδη τόσον προκεχωρημένη. Ο δισταγμός των όμως δεν διήρκεσε πολύ διότι εν τω μεταξύ εις των νεοελθόντων, με την όψιν ευγενεστέραν κάπως των λοιπών, προχωρήσας εκ μέσου των άλλων, εξήγαγε της αμφιβολίας αυτών τους επτοημένους πανηγυριστάς διά των εξής λέξεών του, άς προέφερε μετά φωνής βροντώδους και σταθεράς. «Αν κανείς εξ όλων σας κινηθή ή ζητήση να φωνάξη, θα ήσθε όλοι νεκροί. Περιττόν να σας ειπώ ποιος είμαι∙ πιστεύω ότι θα με εννοήσητε αρκετά καλά∙ Και τώρα, θα λάβω βέβαια την τιμή να ιδώ τον κύριο Δρόση, επειδή αυτός και μόνος μας έφερεν εδώ.»
Παγερός φόβος εκυρίευσεν ευθύς τους κεκλημένους οίτινες όλοι ομού συνεσπειρώθησαν εις την άλλην άκραν της αιθούσης, διότι δεν ήργησαν να μαντεύσωσιν ότι είχον προ αυτών την μυστηριώδη της Όρθρυος συμμορίαν. Πολλοί εκ των κεκλημένων ήσαν άνδρες γενναίοι και απτόητοι, αλλ’ ουδέν ηδύναντο εν τη παρούση περιστάσει, γνωρίζοντες ότι ματαία θ’ απέβαινε πάσα απόπειρα των, και μάλιστα αόπλων ως ήδη ήσαν, εναντίον συμμορίας αγρίων ληστών ωπλισμένων μεχρις οωύχων, ών η παράτολμος και απρόοπτος εμφάνησις περιήγαγε τους πάντας εις άκρων απορίαν, πλην δε τούτου ήσαν βέβαιοι ότι και το ελάχιστον αυτών προς αντίστασιν κίνημα βέβαιον αποτέλεσμα θα είχε τον θάνατον. Πολλαί κυρίαι εν τω μεταξύ ελιποθύμησαν, μόνη δε η οικοδέσποινα κατώρθωσε ν’ ανθέξη γενναίως, ενώ ο σύζυγος αυτής κ.Θωμάς, μένων συνεσπειρωμένος μεταξύ του πλήθους των επισκεπτών, ηναγκάσθη επί τέλους υπό των επιμόνων προσκλήσεων του ληστού να εξέλθη βήματα τινα προ των άλλων.
-Βλέπεις, κύριε Δρόση, εξηκολούθησεν ο ληστής, ότι ο κλέπτης της Όθρυος δια τον οποίον θα ήκουσες βέβαια να γίνεται πολύς λόγος, δεν σ’ ελησμόνησε καθόλου. Έμαθε ότι έχεις εκατό χιλιάδων περιουσία, και ήλθε να του μετρήσης της εξήντα. Σου κάμνει, ως βλέπεις, χάρι διά της άλλαι που μένουν.
Ο τρόμος του κ. Θωμά υπεχώρησεν εις την κατακυριεύσασαν αυτόν σφοδράν αγανάκτησιν διά το θράσος των αθλίων εκείνων ληστών. Να εισέλθωσι με τόσην τόλμην εις την οικίαν του ίνα τον απογυμνώσωσιν! Εσκέφθη να ωρμήση προς το παράθυρον επικαλούμενος εις βοήθειαν, αλλά και ταύτην και μυρίας άλλας σκέψεις αίτινες εν μια στιγμή διήλθον το πνεύμα αυτού, ταχέως απέρριψεν ως ματαίας και απεφάσισε να υποκύψη εις την αναπόφευκτον ανάγκην, βλέπων ότι πάν κίνημά του άφευκτον αποτέλεσμα θα είχε την θανάτωσιν αυτού τε και της συζύγου του και όλων των παρευρισκομένων. Απήντησε προς τον ληστήν ότι επειδή η περιουσία του συνέκειτο κατά το πλείστον εις κτήματα, δεν είχεν ουδέ κατά το ήμισυ, ποσόν οποίον το αιτούμενον, υπέσχετο δε επί λόγω τιμής να τω εγχειρίση αυτό εις το έπακρον, καθ’ όν τρόπον εκείνος ήθελε προσδιορίσει, συνάπτων δάνειον απέναντι των κτημάτων του.
-Κύριες Θωμά, απήντησεν ο ληστής με το αυτό πάντοτε ύφος, ας μη χάνωμε καιρό. Πείθομαι εις τους λόγους σου, αλλ’ όσο να εξοφληθή η υπόθεσίς μας, έχω ανάγκη ενός ενεχύρου. Η κυρία σου λοιπόν θα λάβη την καλωσύνη να έλθη τώρα μαζί μας, και δεν έχεις τίποτε να φοβηθής γι’ αυτήν. Όσο από καλοπέρασι, θα ήνε σαν στο σπήτι της και καλλίτερα. Φθάνει μόνο να πληρώσης καλά το χρέος σου και να μη ζητήσης να μας βλάψης, γιατί τότε αντί για τη γυναίκα σου, μόνο το κεφάλι της θα λάβης πίσω.
Μεθ’ όλας τας ματαίας διαμαρτυρήσεις του Θωμά και της συζύγου του, η Ελένη απήχθη σχεδόν λιπόθυμος υπό των ληστών, οίτινες φεύγοντες παρήγγειλαν ρητώς προς τον Θωμάν και τους λοιπούς παρευρισκομένους να μη κοινοποιήσωσι τίποτε εκ των διατρεξάντων εάν δεν παρέλθη μία ακριβώς από της στιγμής εκείνης ώρα, διότι άλλως η αιχμάλωτος θ’ απεκεφαλίζετο ευθύς καθ’ οδόν. Συνάμα δε παρήγγειλαν εις τον απεγνωσμένον οικοδεσπότην να έχη το χρηματικόν ποσόν έτοιμον εντός τριών ημερών διότι μετά τρείς ακριβώς ημέρας θ’ αποσταλή το διά την παραλαβήν αυτών πρόσωπον, όπερ έπειτα θα τω παραδώση ασφαλώς την σύζυγόν του. Η συνοδεία μετά μικρόν εγένετο άφαντος εν τω σκότει της νυκτός, και επί μίαν όλην ώραν σιγή βαθεία απεκατέστη εν τη οικία του κ. Θωμά. Μόλις όμως το εκκρεμές εσήμανε την δευτέραν πρωϊνήν ώραν, και ταυτοχρόνως την σιγήν εν τω οίκω διεδέχθη γενική αναστάτωσις και αι περί του πρακτέου συζητήσεις. Την πρωΐαν ολόκληρος η πόλις εγνώριζε την κατά την παρελθούσαν νύκτα εν τη οικία του Θωμά τελεσθείσαν απαγωγήν.
Την τρίτην ημέραν ο κ. Θωμάς περιέμενεν έχων έτοιμον το δια τους ληστάς ποσόν, αλλ’ η ημέρα αύτη παρήλθε και το πρόσωπον περί ού εγένετο λόγος δεν εστάλη. Μετ’ άκρας ανησυχίας ο ατυχής σύζυγος είδε και την επομένην ημέραν παρελθούσαν εν ματαία προσδοκία, η ανησυχία του δε αύτη εκορυφώθη, οπότε και πέμπτη ημέρα παρήλθε χωρίς ο απεσταλμένος των ληστών να φανή.
Η στρατιωτική δύναμις, ης απέφευγε μέχρι τούδε να ζητήση την συνδρομήν, υπήρξεν ήδη το μόνον απομένον καταφύγιον. Διάφορα στρατιωτικά αποσπάσματα έσπευσαν ευθύς ανά την Όρθρυν και τα πέριξ χωρία, αλλά μετά παρέλευσιν πολλών εβδομάδων επέστρεφον άπρακτα, ουδέ ίχνος της ζητουμένης συμμορίας δυνηθέντα να εύρωσιν.
Έτος είχε παρέλθει χωρίς ουδέν εν τω μεταξύ ν’ ακουσθή περί της συζύγου του Θωμά και της μυστηριώδους συμμορίας, ενώ οι κάτοικοι της Β΄, δι’ ούς μία τοιαύτη τολμηρά απαγωγή και η μετ’ αυτήν εξαφάνισις ήτο τι πρωτοφανές αφέθησαν εις διαφόρους επί των γενομένων σκέψεις. Οι πλείστοι συνεπέραινον ότι η συμμορία εγένετο άφαντος εκ φόβου μη αφεύκτως συλληφθή κατόπιν τοιαύτης παράτολμον απαγωγής∙ υπήρχον όμως και τινές υποστηρίζοντες ότι αίτιος της γενομένης απαγωγής, ήτο όχι ο πλούτος του κ.Θωμά, αλλ’ αυτή η απαχθείσα, ής η καλλονή από πολλού είχεν επισύρει την προσοχήν του αρχηγού της συμμορίας. Οι τελευταίοι μάλιστα ούτοι συνώδευον τους συμπερασμούς των με μυρίας άλλας αορίστους υποθέσεις, λέγοντες ότι ο ληστής της Όρθρυος ηράτο από πολλού της Ελένης, και ότι, εν ή εποχή αύτη ήτο έτι κόρη, ενθυμούνται επισκεφθέντα δύο ή τρείς φοράς την πόλιν Β΄ αλλόκοτον τινα ξένον, περί ού τώρα φρονούσιν ανενδοιάστως ότι ήτον αυτός ο ληστής, ερχόμενος μετημφιεσμένος ίνα βλέπη την αγαπωμένην του. Άλλοι δε πάλιν εξέφερον ήδη αορίστους υπονοίας περί της ταυτότητος του εξαφανισθέντος ληστού προς το πρόσωπον μυστηριώδους παρελθόντος, εγκατεστημένον από ετών μετά της συζύγου του έν τινι μικρώ τουρκικώ χωρίω, αγορασθέντι ολοκλήρω δι’ ιδίων του χρημάτων.
Μόνος ο Θωμάς ηγνόει τι εξ όλων τούτων να υποθέση. Αλλ’ εφ’ όσον ο καιρός παρήρχετο χωρίς ουδέν να μανθάνη ούτος περί της απολεσθείσης συζύγου του, καθίστατο οσημέραι μελαγχολικώτερος, και την σήμερον, πάντοτε παραδεδομένος εις την θλίψιν του, απεφεύγει πάσαν συναναστροφήν, διάγων βίον εντελώς μονήρη.
Το δυστύχημα όμως τούτο του κ. Θωμά και η διά παντός εξαφάνισις της ατυχούς αυτού συζύγου είχε και το αγαθόν της αποτέλεσμα, διότι τριάκοντα έκτοτε έτη έχουσι παρέλθει χωρίς πλέον ν’ ακουσθή τι περί του αλλοκότου ληστού, ούτινος η εξαφάνισις επανέδωκε την ησυχίαν εις τα περί την Όρθρυν μέρη.»
* *
*
Αυτά μοι διηγείτο εσπέραν τινά του θέρους, καθ’ ό είχον μεταβή εις την πόλιν Β΄, ο εκεί γηραιός εκ πατρός φίλος μου Χ… Εις πάντας εν γένει τους κατοίκους της πόλεως ταύτης είνε γνωστόν το ανωτέρω συμβάν του κυρίου Δρόση, αλλ’ είς εκ των κάλλιστα γινωσκόντων τούτο είνε ο γηραιός Χ…., όστις συνέβη να παρευρίσκηται εις την εσπερίδα του κ. Θωμά μετά των λοιπών κεκλημένων κατά την κακήν εκείνη νύκτα των απόκρεω.
Κ. Ι. ΠΡΑΣΣΑΣ


ΕΙΚΟΝΑ


 Εικ.1 Προμετωπίδα της περιοδικής έκδοσης «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ».


ΠΗΓΗ

Περιοδική έκδοση Ακρόπολις Φιλολογική, Τόμ. 1, Αρ. 45 (1888), σελίδες 712-713.



Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Επιδρομή ληστών στο Επισκοπείο Λαμίας το 1835


 Στις 21 Αυγούστου 1835 σημειώθηκε εισβολή ληστών στο Επισκοπείο της Λαμίας. Κάτω από το φως της αυγουστιάτικης σελήνης, μία μεγάλη ομάδα ληστών λήστεψε το Μητροπολίτη Φθιώτιδος Ιάκωβο Μητρόπουλο (1833-1855) τον από Ευρίπου. Ο γραμματέας του τραυματίσθηκε σοβαρά από τους ληστές. Ο Μητροπολίτης σώθηκε σπάζοντας μία σανίδα του δαπέδου και πέφτοντας σχεδόν γυμνός στο υπόγειο. Η ληστεία περιγράφεται παραστατικά σε αναφορά που αποστέλλει προς τον Έπαρχο Φθιώτιδος. Στο τέλος της επιστολής επισυνάπτεται κατάλογος της λείας των ληστών.
Ακολουθεί η αναφορά του Μητροπολίτη:
«Την 21 του παρόντος μηνός περί την 4½ ώραν της νυκτός μετά την εσπέραν κατακλιθέντος εις την κλίνην μου και κλεπτόμενος εκ του ύπνου, αίφνης ήκουσα εις το μέρος του κήπου της οικίας μου πατήματα διαφόρων ανθρώπων, οίτινες επλησίαζον προς την θυρίδα του κοιτώνος μου, εν ώ είχον την κλίνην μου τον όντα κατά το μέρος του κήπου, δεν έχασα καιρόν διόλου αλλ’ ενοήσας ότι ούτοι ήσαν λησταί, αμέσως με πολλά σιγηλόν τρόπον, διά να δώσω την είδησιν εις τους πέριξ γείτονας, δράξας μίαν κουμπούραν την έρριξα από το μέρος της θυρίδος εις ό μέρος ήσαν οι λησταί, ένα μεν διά να φοβηθώσιν και απομακρυνθώσιν, άλλο δε να δράμη και η ενταύθα ένοπλος δύναμις εις βοήθειάν μας, αλλ’ επάνω εις την φωτιάν της κουμπούρας μου οι λησταί αντέρριψαν άλλας δύο κουμπούρας ένδον του κοιτώνος των οποίων τα βόλια σπάσαντα την σανίδα της θυρίδος, και κτυπήσαντα προς το τοίχος, οι καπνοί, τα χώματα του τοίχους με πέτρας ηνωμένας εκτύπησαν τον δεξιόν οφθαλμόν μου∙ όθεν νομίσας ότι επληγώθην καιρίως εξήλθον του κοιτώνος τούτου φωνάζων μεγαλοφώνως λησταί. Οι δε λησταί αμέσως άρχισαν με κλωτσιές και με ξύλα να κτυπούν την θυρίδα. Εγώ πάλιν εισελθών εις τον ίδιον κοιτώνα περιμάζωξα όλα τα όπλα τα οποία ευρίσκοντο εις τον κοιτώνα μου  και εξελθών εις την Σάλλαν (όπου εύρον και τον γραμματέαν μου εγρηγορότα), εφωνάξαμεν πάλιν αμφότεροι με γιγαντιαίας φωνάς κλέπται. Αλλ’ εν τούτω οι λησταί σπάσαντες την θυρίδα εισήλθον εις τον κοιτώνα, και δι’ αυτού εις τον έξω ονδάν. Βλέπων λοιπόν ότι οι λησταί εισήλθον και καμμία ένοπλος δύναμις δεν ήλθεν εις βοήθειάν μας, εισήλθομεν μετά του γραμματέως εις τον κοιτώνα του, όπου σπάσας μίαν σανίδα εκ του ενταφίου ερρίφθην γυμνός κάτω εις το κατώγειον. ο δε γραμματεύς βλέπων ότι οι λησταί εισήλθον εις την Σάλλαν, εξήλθε του κοιτώνος του, τον οποίον συλλαβόντες ο μεν τον έτυπτεν με το όπλον, ο δε με την μάχαιρα, άλλος δε με την σπάθην και έτερος με την κομπούραν περίπου των 15 λεπτών. Αφού δε τον εβασάνισαν τοιουτοτρόπως διά να με μαρτυρήση που ήμην. τέλος πάντων τον επλήγωσαν εις την αριστεράν χείραν περί την ωμοπλάτην με το σπαθίον εις εξ αυτών, όστις είχε λαβωθή εις την αριστεράν χείρα του από το ρίψιμον της κομπούρας μου, τον επλήγωσε και άλλος εις την κεφαλήν και άλλος πάλιν εις τον μύλιγκα, ο μεν με την μάχαιραν, ο δε με την μπούκαν του τουφεκιού του. Μετά δε το πλήγωμα αυτού αμέσως διασπάρησαν εις τους οντάδες, και σπάσαντες τας κασέλας, άρχισαν να ληστεύωσι τα πράγματά μας. Μη μαρτυρηθείς λοιπόν εγώ παρά του γραμματέως, και κρυφθείς ο υπηρέτης μου εις μίαν υπόγειον μεσάνδραν, αφού εσήμασαν όλα εν γένει τα ειδήσματά μας ενδύματα λέγω και χρήματα, και αφού τα περιεμάζωξαν, μετά παρέλευσιν ημισείας περίπου ώρας μόλις ηκούσθη ρίψιμον μιάς τουφεκιάς, εις ην εφονεύθη ο στρατιώτης εις την ακοήν αυτής ελαφιάσθησαν οι λησταί άρχισαν πάλι να βασανίζωσι τον γραμματέα μου θέλοντες να τον δέσωσι και τα παρόμοια. Εν τούτω οι άλλοι λησταί οίτινες εφύλαττον εκτός του προαυλίου της θύρας το οσπίτον, έρριψαν εις σημείον ένδον του οσπιτίου μίαν τουφεκιάν, της οποίας το βόλι διεπέρασε το παράθυρον του γραφείου της επισκοπής εις τον τοίχον του αυτού γραφείου εξήλθεν εις την Σάλλαν. Τούτο ειδόντες οι εισελθόντες πρώτον λησταί (εννέα τον αριθμόν όντες) άρχισαν να ετοιμάζωνται εις φυγήν∙ εν τω μεταξύ τούτω εισήλθον άλλοι δύο οι οποίοι, αφού τους ωμίλησαν Βλάχικα και Αλβανίτικα, επήραν αμέσως τα ειδήσματα και χρήματα του γραμματέως μου και ενδύματα του ανθρώπου αυτού και του υπηρέτου μου όλα εν γένει χωρίς να αφήσωσι τίποτε, εκ δε των ιδικών μου επήραν μόνον όσα χρήματα είχον ειδήσματα πολυτελή, και μέχρι ενδυμάτων μου, ως άπαντα σημειούνται εις τον εμπερικλειόμενο κατάλογον. Λαβόντες δε μεθ’ εαυτών και τον γραμματέαν μου τον απήγαγον εις τον κοιτώνα μου. όθεν εισήλθον, και αφού τον επαπείλησαν εις δύο λεπτά κτυπώντες τον αύθις με κλωτσιές και κοντακιές, αυτοί ομιλήσαντες μεταξύ των διά νοημάτων, αυτόν μεν τον έβγαλαν έξω εις τον οντάν, αυτοί δε από το μέρος όθεν εισήλθον απήλθον. επομένως μετά την έξοδόν των αφού απεμακρύνθησαν από τον κήπον μου ολολύζοντες άρχισαν να πυροβολούν κατά στίχον προς χαράν φωνάζοντες Δάρα μωρέ Δάρα. επομένως και ο γραμματεύς εξελθών εις τον κήπον αυτούς φεύγοντας και αλαλάζοντας τον αριθμόν έως 35 μέχρι τον 40 φωτοβολούσης της σελήνης. Πόσοι όμως ήτο μακράν και οποίας άλλες θέσεις είχον πιασμένας άλλοι, τούτο αγνοείται».



ΠΗΓΗ

Το κείμενο της αναφοράς ελήφθη από άρθρο του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου, Μοναστήρια της Μητροπόλεως Νέων Πατρών, σελίδες 137-148.
Το άρθρο δημοσιεύεται στα «Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου, Η Υπάτη στην εκκλησιαστική ιστορία, την εκκλησιαστική τέχνη και τον ελλαδικό μοναχισμό, Αθήναι 2011, Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος».