Edward Lear-Thermopylae-Greece-1848

Edward Lear-Thermopylae-Greece-1848
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήριος Γ. Αλεξόπουλος.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

Επιστολή του Νικολάου Π. Σκουμπουρδή προς τη Βασιλική Γραμματεία των Οικονομικών για τακτοποίηση φορολογικής του εκκρεμότητας (20/6/1835)

 

Εικ. Επιστολή του Νικολάου Π. Σκουμπουρδή.

 

Από έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους βρέθηκε επιστολή, την οποία συνέταξε και υπέγραψε ο Νικόλαος Π. Σκουμπουρδής στις 20 Ιουνίου 1835 (Εικ.). Την απηύθυνε προς τη Βασιλική Γραμματεία των Οικονομικών, όπως ονομαζόταν τότε το Υπουργείο Οικονομικών. Στην επιστολή αναφέρονται τα εξής:
Όπως ισχυρίζεται ο Νικόλαος Π. Σκουμπουρδής για το έτος 1834 πλήρωσε στην εφορία «δι’ εθνικόν δικαίωμα» φόρο 10%, ποσού 300 δρχ.. Ο φόρος καταβλήθηκε για τον ιδιόκτητο ελαιώνα του στο χωριό Αχινός. Παρόλο όμως που το ύψος του φόρου ήταν 236 δρχ., κλήθηκε εκ νέου να πληρώσει επιπλέον 500 δρχ. για εξόφληση. Ο υποφαινόμενος παραπονέθηκε ότι αδικείται, έλαβε όμως την απάντηση ότι τόσο είναι και θα πρέπει να το πληρώσει.
Από την εφορία στάλθηκαν δύο εκτιμητές, οι οποίοι δεν συμφώνησαν με το ποσό του φόρου. Ο Νικόλαος Π. Σκουμπουρδής ισχυρίζεται ότι δίκαιο θα ήταν να στείλει κι αυτός άλλους δύο εκτιμητές, εν τούτοις όμως δεν ειδοποιήθηκε από την εφορία. Συνεχίζοντας, αναφέρει στην επιστολή του ότι, αφού έκανε όλες αυτές τις παρατηρήσεις, έλαβε την απάντηση ότι αφού «περάσθηκαν» 550 δρχ. στο λογαριασμό του Εθνικού Ταμείου, θα πρέπει να πληρωθούν.
Όλα αυτά τα συμβάντα ο Σκουμπουρδής τα ανέφερε στη Βασιλική Γραμματεία των Οικονομικών με την παράκληση να μην ενοχληθεί εκ νέου από την εφορία και να του επιστραφούν τα «περιπλέον μετρηθέντα». Κλείνοντας παρακαλεί τη Βασιλική Γραμματεία των Οικονομικών «να δώση τέλος εις την φιλονικίαν ταύτην διατάττουσα κατά το δίκαιον».
Το κείμενο της επιστολής του Νικολάου Π. Σκουμπουρδή έχει ως εξής:
«Πρός την επί των Οικονομικών Β(ασιλικήν).Γραμματείαν/
της Επικρατείας/
Κατά την “16” παρελθόντος μαΐου αναφέρθην ο υ=/
ποφαινόμενος πρός την Β.Γραμματείαν ταύτην ότι, έχων/
ιδιοκτησίαν μου εις την Επαρχίαν Φθιώτιδος εις χωρίον/
Αχινόν ένα ελαιώνα, επλήρωσα πρός την Β(ασιλικήν). Εφορείαν δι’ εθνικόν/
δικαίωμα του παρελθόντος έτους δέκα επί τοίς εκατόν/
δραχμάς τριακοσίας, καί μολονότι το καθ’ αυτό δικαίωμα/
ήτον δραχμαί διακόσιαι τριάκοντα έξ, ότι πάλιν επροσ=/
κλήθην από την αυτήν Εφορείαν να πληρώσω και έτι δραχμάς/
διακοσίας πεντήκοντα πρός εξόφλησιν, ότι επαραπονέθην/
πώς αδικούμαι, πλήν εις μάτην, ότι έλαβον απάντησιν πώς/
διά τόσον εκτιμήθη και τόσα πρέπει να πληρώσω. Ότι είνε/
αληθές πώς εστάλησαν δύω εκτιμηταί από την εφορίαν πα=/
ρά νομίζω πώς ήτον δικαίον να στείλλω και ο υποφαινόμε=/
νος άλλους δύω και όχι μόνον δεν ειδοποιήθην να στείλλω, αλ=/
λ’ ούτε ήμην κάν παρών. περιπλέον ότι ούτε οι ειρημένοι/
εκτιμηταί εσυμφώνησαν εις την ποσότητα. πώς δε η Β(ασιλική).εφο=/
ρία απεφάσισε τούτο αγνοώ και γνωρίζω έν μόνον ότι αφού/
έκαμα όλας μου ταύτας τάς παρατηρήσεις εις αυτήν έλαβον/
τελευταίαν απάντησιν ότι, επειδή περάσθηκαν “550 δραχ=/
μαί εις τον λογαριασμόν του Εθνικού Ταμείου πρέπει να/
τον πληρώσω. όλα ταύτα σχεδόν κατά λέξιν ανέφερα, ως/
ήτον, εις την Γραμματείαν ταύτην, και την επαρακαλούσα/
λαβούσα υπ’ όψιν τα δικαιολογήματά μου να διατάξη/
όσον ανήκει όχι μόνον να μην ενοχληθώ πλέον, παρά να/
λάβω και τα περιπλέον μετρηθέντα και μέχρι της ώρας/
καμμίαν απάντησιν δεν έλαβον. Παρακαλώ λοιπόν/
και αύθις την Β(ασιλικήν).Γραμματείαν να δώση τέλος εις την φιλονι=/
κίαν ταύτην διατάττουσα κατά το δίκαιον ως ανωτέρω./
Ευσεβάστως υποσημειούμαι./
Εν Λαμία την “20” Ιουνίου 1835/
Ο Ευπειθέστατος/
Ν.Π.Σκουμπουρδής»

 

Ο Νικόλαος Π. Σκουμπουρδής αγόρασε το τσιφλίκι του Αχινού από τον Οθωμανό Μουσταφά μπέη και ένα ζευγάρι γης, ανατολικά του χωριού, από τον Αλή Ριζά μόλις δύο ή τρία χρόνια πριν. Οι φορολογικές εκκρεμότητες που αναφέρονται στην επιστολή, ίσως αφορούσαν φόρο που όφειλε να καταβάλλει στο Ελληνικό Βασίλειο λόγω της αγοράς του τσιφλικιού.
Για την οικογένεια Σκουμπουρδή έγραφε το 1965 ο Χρήστος Ν. Καραγεωργίου στο βιβλίο του Η ιστορία των τσιφλικιών της Φθιώτιδος και οι αγώνες των αγροτών τα εξής :

 

«ΑΧΙΝΟΣ
Το ξεκλήρισμα των αφεντικών.
Η μη αποκατάσταση των σωματοφυλάκων.
Όπως φαίνεται σ’ όλα τα τσιφλίκια οι αφεντάδες και το σόϊ τους, σχεδόν σ’ όλες τις περιπτώσεις, δεν είχαν καλό τέλος, ώσπου ξεκληρίστηκαν όλοι τους γρήγορα και δεν έμεινε πίσω παρά η ανάμνησή τους, η οποία τις πιο πολλές φορές συνδέεται μ’ αιματηρά γεγονότα στα τσιφλίκια που εκμεταλλευόντουσαν.
Έτσι και με τους Σκουμπουρδαίους στον Αχινό, δεν έχει μείνει παρά η ανάμνηση, πιο έντονη ίσως, γιατί υπάρχει η προτομή του Πέτρου Σκουμπουρδή κι’ η εκκλησία του χωριού, δωρεά της Κων)τίας Π. Σκουμπουρδή, χτισμένη το 1894, πού και τα δυό τους βρίσκονται στην πλατεία της κοινότητος.
Κοινή η μοίρα λοιπόν των τσιφλικάδων, δηλαδή ο αφανισμός τους. Έτσι απ’ το μεγάλο Σκουμπουρδέϊκο σόϊ δεν έχει απομείνει παρά ο δισέγγονος του πρώτου Σκουμπουρδή, του Νίκου, πούρθε εδώ απ’ τη Κόνιτσα, ο Κόκκος Σκουμπουρδής που μένει στην Ευρώπη κι’ η αδερφή του Φρόσω στο Πόρτ Σάϊδ.
Ένας απ’ την οικογένεια αυτή πέθανε στην Αθήνα κατά την κατοχή των Γερμανών από πείνα. Μεγάλη πραγματικά η ειρωνία. Αλλά έτσι είναι, ακμή και παρακμή. Την οικογένεια αυτή πούχε πολλά πλούτη κι’ ιδιοκτησίες και στην Αθήνα ακόμη, μάστιζαν οι αρρώστειες κ’ όπως έπαιρνε τους παράδες, έτσι τους έδινε.
Ιστορικά αναφέρομε πώς πρώτος αγοραστής ήταν ο Νίκος Σκουμπουρδής που το πήρε απ’ τον Τούρκο και τον διαδέχτηκαν τα παιδιά του Πέτρος, Σωτήρης, Κων)νος.
Οι διάδοχοι αυτών βάσταξαν το τσιφλίκι μέχρι το 1920 ή λίγο αργότερα, οπότε το πούλησαν σε διαφόρους και το υπόλοιπο απαλλοτριώθηκε με τις απαλλοτριώσεις που έγιναν σύντομα.
Στο χωριό σήμερα σημαντική περιουσία κατέχει ο Περικλής Τατσόπουλος, κάτοικος Αθηνών, γυιός της αδελφής του Κων)νου Σκουμπουρδή. Βαστάει κάπου 2.000 ελαιόδενδρα.
Σήμερα στο χωριό υπάρχει προτομή του Πέτρου Σκουμπουρδή, ο οποίος πολιτευόταν, με το επίγραμμα:
«Ενθάδε κείται Πέτρος Σκουμπουρδής, πληρεξούσιος εν τη Β΄ εν Αθήναις Εθνική συνελεύση και τυχών μετά ταύτα πολλάκις βουλευτής, γεννηθείς εν Κονίτση, το έτος 1833 και αποθανών εν Αχινώ το 1893». Την έφτιασαν τα παιδιά του.
Η εκκλησία αναγράφει ότι χτίσθηκε από την Κωνσταντία Π. Σκουμπουρδή το 1932.
Ο άντρας της ο Παναγιώτης πέθανε στην κατοχή στην Αθήνα.».[πηγή: Χρήστου Ν. Καραγεωργίου, Η ιστορία των τσιφλικιών της Φθιώτιδος και οι αγώνες των αγροτών. Δεύτερη έκδοση, Λαμία 1965, σελίδες 50-51].

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κωνσταντίνος Ν. Σκουμπουρδής, τρίτος γιος του Νικολάου, ακολούθησε τον στρατιωτικό βίο. Γεννήθηκε το 1859 και κατατάχθηκε ως εθελοντής στο πεζικό το 1879. Διετέλεσε υπασπιστής των βασιλέων Γεωργίου Α΄ (1845-1913), Κωνσταντίνου Α΄ (1868-1923) και Αλεξάνδρου Α΄ (1893-1920). Αποστρατεύθηκε με το βαθμό του αντιστρατήγου στις 22 Σεπτεμβρίου 1923.
Ιστορική στιγμή στην καριέρα του αποτέλεσε η 5η Μαρτίου 1913. Μαζί με τους άλλους δύο υπασπιστές Πάλλη και Φραγκούδη, συνόδευσε τη σωρό του δολοφονηθέντα βασιλιά Γεωργίου Α΄ από το ιατρείο του Παπαφείου Ιδρύματος έως το μέγαρο Χατζηλαζάρου στη Θεσσαλονίκη.
Στη Μεγάλη Στρατιωτική & Ναυτική Εγκυκλοπαιδεία αναγράφεται «Σκουμπουρδής Κων]νος, αντιστρ., γεν. το 1859 εν Λαμία. Εις το πεζικόν κατετάγη ως εθελοντής το 1879. Μετ. πολ. 97, 12-13 και 17-23. Διετέλεσεν επ’ αρκετόν υπασπιστής του βασιλέως. Απεστρ. 22 Σ]βρίου 1923.» (πηγή: ΜΣΝΕ, τόμος 6, σελίδα 77).

 

ΠΗΓΗ

Γενικά Αρχεία του Κράτους.

 

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Το «πυργόσπιτο» και ο παραδοσιακός οικισμός του Αχινού Φθιώτιδας

 

Εικ.1. Παραδοσιακά σπίτια στον Αχινό. Διακρίνεται η παλαιά εθνική οδός Αθηνών-Θεσσαλονίκης και στο βάθος ο Μαλιακός κόλπος. Η φωτογραφία έχει ληφθεί από το κάστρο του Αχινού.

 

Στο κάστρο του Αχινού και στην περιοχή που βρίσκεται νότιά του, ίχνη κατοίκησης εμφανίζονται από το 2000 π.Χ.. Πρόκειται για όστρακο από φαιό μινυακό αγγείο (2000/1800-1600 π.Χ.), όστρακα και λίθινα εργαλεία από πυρίτη λίθο Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Β περιόδου (1300-1200 π.Χ.) και συλημένους υστεροελλαδικούς θαλαμοειδείς τάφους κοντά στο κάστρο (1600-1100 π.Χ.), (βλέπε: Τρ. Παπαναγιώτου, Ιστορία και Μνημεία της Φθιώτιδος, Εν Αθήναις 1971, σελίδα 162.). Η κατοίκιση στην περιοχή αυτή υπήρξε συνεχής έως σήμερα, γι’ αυτό και ο παραδοσιακός οικισμός του Αχινού εκτείνεται κάτω από το κάστρο του. Στις μέρες μας αποτελεί μικρό μέρος του σημερινού Αχινού καθώς ο οικισμός, λόγω της αύξησης του πληθυσμού, επεκτάθηκε τοπογραφικά. Το 1987 με τίτλο «Χαρακτηρισμός τμήματος του οικισμού Αχινού (Ν.Φθιώτιδας) ως παραδοσιακού και καθορισμός ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης» δημοσιεύθηκε Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 160/Δ/27-02-1987), με το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «παραδοσιακός οικισμός».
Παλαιότερα δημοσιεύθηκαν από μελετητές άρθρο και μελέτη για το «πυργόσπιτο» και τον παραδοσιακό οικισμό του Αχινού. Ειδικότερα:
1) το 1968 στη δημοσίευση του αρχιτέκτονα Ιωάννη Κουμανούδη στην περιοδική έκδοση του ΤΕΕ «Τεχνικά Χρονικά», εξετάσθηκε διεξοδικά και δημοσιεύθηκε το σωζόμενο «πυργόσπιτο» του Αχινού.
2) το 1992 ομάδα αρχιτεκτόνων του παραρτήματος Ανατολικής Στερεάς του ΤΕΕ, δημοσίευσε μελέτη για τον παραδοσιακό οικισμό του Αχινού.
Ειδικότερα, το περιεχόμενο των δύο δημοσιεύσεων έχει ως εξής:
 
Α. Το άρθρο του Κουμανούδη με θέμα «Η αρχιτεκτονική ενός «πυργόσπιτου» εις το χωριό Αχινός».
Ο Κουμανούδης, εκτός από την αρχιτεκτονική παρουσίαση του «πυργόσπιτου», στην εισαγωγή του άρθρου του παραθέτει φωτογραφίες με αρχαιότητες. Ενδεικτικά, αναδημοσιεύουμε εδώ ορισμένες από αυτές:
 
 

Εικ.2. Άποψη του σωζόμενου ακροπύργου από το κλασσικό τείχος του Εχίνου.

 

 



Εικ.3. Επιγραφές ρωμαϊκής εποχής με απελευθερώσεις δούλων.

 



 

Εικ.4. Τμήμα παλαιοχριστιανικού κιονοκράνου με αποκομμένα τα άκρα του από το κάστρο του Αχινού.

 


 

Εικ.5. Τμήμα αγιογραφίας με παράσταση των Αγίων Αναργύρων από το βόρειο τοίχο του ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο κάστρο του Αχινού. Στο κέντρο η επιγραφή «άγιοι ανάργυρη». Αριστερά «(ΑΓΙΟΣ) ΔΑΜΙΑΝΟΣ» και δεξιά «Ο ΑΓΙΟΣ (ΚΟΣΜΑΣ)». Από μία πρώτη προσέγγιση, λόγω της εξαιρετικής ομοιότητας των γραμμάτων, η αγιογραφία μπορεί να αποδοθεί στο ίδιο συνεργείο με αυτό που αγιογράφησε το ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Παλιονίκοβα (βλέπε: Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στη θέση Παλιονίκοβα του Ανύδρου Φθιώτιδας). Επομένως η αγιογραφία χρονολογείται στα μέσα του 18ου αιώνα.

 


Στη συνέχεια του άρθρου παρουσιάζεται αναλυτικά η μελέτη της αρχιτεκτονικής του «πυργόσπιτου» (κατώϊ, πρώτο ανώϊ, δεύτερο ανώϊ, κατασκευαστικές παρατηρήσεις, τοιχοποιΐα, κατασκευαστικά ανοίγματα, θόλος, ξύλινες οροφές, δάπεδα, παράθυρα και πόρτες, σιδηροκατασκευές, ανάγλυφα-χαράγματα-γλυπτός διάκοσμος, γραπτός διάκοσμος). Το άρθρο συνοδεύεται από 36 φωτογραφίες. Ενδεικτικά παρατίθενται στη συνέχεια ορισμένες από αυτές:

 

α

Εικ.6α. Αριστερά ο παλιός Πύργος. Εκεί ήταν η έδρα του Οθωμανού τσιφλικά Μουσταφά μπέη, ο οποίος τον πούλησε στον Σκουμπουρδή μαζί με το τσιφλίκι. Ο Σκουμπουρδής πρόσθεσε το 1839 το αρχοντικό δεξιά. Το χαγιάτι και ο εξώστης είναι κατασκευές του 1966.

 



β

Εικ.6β. Ο παλιός Πύργος σε σκίτσο του Κουμανούδη.



 

γ

Εικ.6γ. Κατακόρυφη τομή του Πύργου από τον Κουμανούδη. Διακρίνεται η αρχική και η σημερινή στάθμη του εδάφους.

 

 



Εικ.7. Το τζάκι στον οντά του δευτέρου ορόφου.



Ο Κουμανούδης στην αρχή του άρθρου παρουσιάζει περιληπτικά στην ιστορία του «πυργόσπιτου» του Αχινού:
«……Σαν απομεινάρι της τελευταίας του δόξας υψώνεται σήμερα περήφανα πάνω από τα σπίτια του σύγχρονου χωριού η μορφή ενός επιβλητικού σπιτιού που ανήκει στην οικογένεια του Ιατρού κ.Μακρυκώστα.
Μελετώντας προσεκτικά την λίθινη μάζα του, σπουδάζουμε όλη του την γένεση και τη ζωή, καθώς και τους μετασχηματισμούς του. Έτσι βλέπουμε πως το σημερινό κτήριο αποτελείται από δύο διάφορα κτίσματα, κολλημένα τόνα δίπλα στ’ άλλο, που θεμελιώθηκαν σε διάφορους χρόνους, για να χρησιμεύσουν σαν κατοικίες.
Το προς δυσμάς τμήμα είναι τριώροφο, με τετράγωνη σχεδόν κάτοψη κι’ έχει την μορφή ενός Πύργου, ενώ προς τας ανατολάς είναι ένα διώροφο μεταγενέστερο αρχοντικό. Ο Πύργος φαίνεται πώς κτίσθηκε στο τέλος του 18ου αιώνος, ενώ το διώροφο αρχοντικό στα 1839 από τους Σκουμπουρδήδες. Εμείς θα εξετάσουμε εδώ μόνο τον Πύργο, γιατί αυτός παρουσιάζει σπουδαίο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον κι είναι μέχρι στιγμής άγνωστο στην επιστήμη.
Ο Πύργος τ’ Αχινού είναι ένα σεμνό αρχιτεκτονικό έργο της λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης των χρόνων της Τουρκοκρατίας που σώζει μέχρι σήμερα με την παρουσία του και τη μορφή του, όλη την τεχνική, την νοοτροπία και την αισθητική των μαστόρων της εποχής του. Παρά την αυστηρή φρουριακή μορφή του, έχει κτισθή σαν χώρος κατοικίας που μέσα σ’ αυτόν, προστατευμένοι από τα χοντρά ντουβάρια του, εύρισκαν οι κάτοικοί του το σπουδαιότερο αγαθό της εποχής των: την ασφάλεια από τους ληστές και λοιπούς επιδρομείς. Κτηριολογικά ακολουθεί τη γνώριμη διάταξη παρόμοιων κτηρίων της Θεσσαλίας ή και άλλων περιοχών της Ελλάδος, γι’ αυτό και φαίνεται πώς θάχει χτισθή από κάποια οικοδομική συντεχνία Ηπειρωτών μαστόρων. Το ισόγειο είναι θολοσκέπαστο, έχει δύο πολύ μικρά παράθυρα και την είσοδο πιο ψηλά από το φυσικό έδαφος. Χρησίμευσε σαν αποθήκη για τις σοδειές. Η πρόσβαση προς το ισόγειο γίνεται με μια εξωτερική και μια εσωτερική σκάλα κινητή, που αποτραβιότανε στο εσωτερικό του Πύργου σε καιρό επιδρομών.
Ο πρώτος όροφος αποτελείται από δύο χώρους. Ο μεγάλος, σχεδόν τετράγωνος, είναι χαμηλοτάβανος∙ έχει ένα τζάκι, πολύ μικρά παράθυρα, και χρησίμευε σαν καθημερινός οντάς και μαγειρείο. Ο μικρός χώρος, κι’ αυτός χαμηλοτάβανος, είναι ένας προθάλαμος και κλιμακοστάσιο. Εκεί βρισκότανε η κύρια εξώθυρα του Πύργου, γεροφτιαγμένη, με αμπάρες, ασφάλειες και τραβέρσες. Στην ξώπορτα έφτανε κανείς εξωτερικά με μια ξύλινη σκάλα που την χρησιμοποιούσαν μόνο σε καιρό ειρηνικό. Όταν υπήρχε κίνδυνος, η σκάλα αποτραβιόταν πάλι κι’ η επικοινωνία με το ισόγειο γινότανε με μια γκλαβανή και με μια στενή και απότομη σκάλα.
Από τον ίδιο χώρο ξεκινούσε μια άλλη ξύλινη πολύ απότομη σκάλα, που συνέδεε τον πρώτο όροφο με τον δεύτερο.
Ο δεύτερος, τέλος, όροφος ήταν πάλι δίχωρος αλλά ψηλοτάβανος. Ο μεγάλος χώρος είχε πολλά μεγάλα παράθυρα, έναν εξώστη, ένα θαυμάσιο τζάκι, και χρησίμευε σαν καλός οντάς του Πύργου. Ο μικρός χώρος ήταν πάλι ένας προθάλαμος-κλιμακοστάσιο, κι’ από κει χειρίζονταν την ζεματίστρα.
Σ’ όλους τους τοίχους του Πύργου, όλων των ορόφων, υπάρχουν πολεμότρυπες, και πάνω από τις δύο εξώπορτες μια ζεματίστρα. Σ’ όλα τα παράθυρα υπήρχαν πολύ χοντρές σφυρήλατες σιδεριές, του καμινιού. Μ’ όλα αυτά τα μέσα ο Πύργος γινότανε πράγματι απόρθητος. Ο Πύργος τ’ Αχινού έχει μετασκευασθή κατά καιρούς. Έχουν κλείσει οι πόρτες του, τα παράθυρά του και οι πολεμότρυπες, και έχουν ανοιχθή πολλά νέα ανοίγματα. Στα σχέδια της μελέτης μου σημειώνονται όλες αυτές οι αλλαγές. Εξωτερικά, όμως, η μορφή του κρατιέται σχεδόν η ίδια, εκτός από την πλευρά που κόλλησε πάνω του το νεώτερο Αρχοντικό.
Από πλευρά διακόσμου, ο Πύργος του Μακρυκώστα παρουσιάζει ειδικό μόνο ενδιαφέρον στα αρχιτεκτονικά ανάγλυφα ή χαράγματα πούχει σε διάφορα σημεία των εξωτερικών όψεων των τοίχων του
Το άρθρο είναι στη διάθεση του αναγνώστη για ανάγνωση ή εκτύπωση μέσω του διαδικτύου: Κουμανούδης Ιωάννης, Η αρχιτεκτονική ενός «πυργόσπιτου» εις το χωριό Αχινός.
 
Β. Η μελέτη του ΤΕΕ / Τμήμα Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας για τον παραδοσιακό οικισμό του Αχινού.
Το 1992 ομάδα αρχιτεκτόνων του Τμήματος Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Καρβούνη Αλεξάνδρα, Σταματοπούλου Χαρίλεια και Τριανταφύλλου-Χριστοδούλου Αγγελική), δημοσίευσε μελέτη, στην οποία παρουσιάζεται ο παραδοσιακός οικισμός του Αχινού. Εκτός από το «πυργόσπιτο» εξετάζεται και το υπόλοιπο μέρος του οικισμού, το οποίο χαρακτηρίστηκε το 1987 παραδοσιακός.
H ομάδα μελέτης, με αρκετές επιφυλάξεις, το χρονολογεί το παλαιό τμήμα του «πυργόσπιτου» στα τέλη του 16ο αιώνα (μάλλον πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Το ορθό είναι 18ος αιώνας, όπως το χρονολογεί και ο Κουμανούδης). Η χρονολόγηση αυτή προκύπτει από τη σύγκρισή του με αντίστοιχους πύργους-κατοικίες του κάμπου της Θεσσαλίας. Πύργος παρόμοιας χρήσης σώζεται σήμερα στα Φάρσαλα (βλέπε: Πύργος Καραμίχου).
Η μελέτη είναι στη διάθεση του αναγνώστη για ανάγνωση ή εκτύπωση μέσω του διαδικτύου: ΤΕΕ Τμήμα Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, Μελέτη για τον παραδοσιακό οικισμό Αχινού.

 

ΠΗΓΕΣ

1. Κουμανούδης Ιωάννης, Η αρχιτεκτονική ενός «πυργόσπιτου» εις το χωριό Αχινός. Άρθρο στην περιοδική έκδοση Τεχνικά Χρονικά 8/506, Αθήνα 1968, σελίδες 505-532.

 

 


 

  

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

Τσερνοβίτι, το κεφαλοχώρι της Όθρυος

Η ιστορία της Παλαιοκερασιάς Φθιώτιδας

 

                       Στη μνήμη του πατέρα μου
                       Γεωργίου Ευαγγ. Αλεξόπουλου
                       (1919-1982)
    
                    

Η παρούσα ανάρτηση περιλαμβάνει τον κύκλο των αναρτήσεων του ιστολογίου που αφορούν την Παλαιοκερασιά Φθιώτιδας (έως το 1926 Τσερνοβίτι). Μεταξύ αυτών και ο κύκλος αναρτήσεων με το Πολεμικό Ημερολόγιο του καταγομένου από την Παλαιοκερασιά Χρήστου Δ. Αλεξόπουλου (1895-1990). Η έρευνα για την ιστορία του χωριού υπήρξε πολυετής και συνεχίζεται. Εάν προκύψει από την έρευνα νεότερη ανάρτηση, θα προστεθεί στον πίνακα περιεχομένων που ακολουθεί.
Ο πίνακας περιεχομένων αποσκοπεί στην εύκολη πρόσβαση του αναγνώστη σε οποιαδήποτε ανάρτηση τον ενδιαφέρει. Από την εκτύπωση όλων των αναρτήσεων προκύπτει το βιβλίο με την ιστορία της Παλαιοκερασιάς.
Αξιόλογη ήταν η συνεργασία και η προσφορά υλικού από πολλούς κατοίκους. Τα ονοματεπώνυμά τους και οι ευχαριστίες μας προς αυτούς, δημοσιεύονται σε κάθε ανάρτηση χωριστά. Για οποιοδήποτε λάθος ζητούμε την επιείκεια του αναγνώστη.

 

 

 Η είσοδος στο Τσερνοβίτι.

 

 

Ι. Εισαγωγικά
 
ΙΙ. Ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου
 
ΙΙΙ. Η ιστορική πορεία από την ίδρυση έως το 1950

IV. Η συμμετοχή στους αγώνες του έθνους (1897-1940)
 
V. Το Πολεμικό Ημερολόγιο του Χρήστου Δ. Αλεξόπουλου
 
VI. Μετανάστευση στην Αμερική
 
VII. Μετάλλευμα
 
VIII. Πρωτοβάθμια εκπαίδευση
 
IX. Φωτογραφίες κατοίκων
 
BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α. ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Αντωνιάδη-Μπιμπίκου Ε., Ερημωμένα χωριά στην Ελλάδα· ένας προσωρινός απολογισμός. Συλλογικός Τόμος: Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας ιε΄-ιθ΄αι., Αθήνα 1979.
Αντωνίου Κ., Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής (1833-1964), τόμοι Α΄- Β΄, Αθήναι 1964.
Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού Β1, Τουρκοκρατία 1453-1669. Οι ιστορικές βάσεις της νεοελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, Θεσσαλονίκη 1964.
Βακαλόπουλος A., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού Γ΄, Τουρκοκρατία 1453-1669. Οι αγώνες για την πίστη και την ελευθερία, Θεσσαλονίκη 1968.
Βορτσέλας Ι., Φθιώτις η προς Νότον της Όθρυος ήτοι Απάνθισμα Ιστορικών και Γεωγραφικών Ειδήσεων από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των Καθ’ ημάς, Εν Αθήναις 1907.
Βουρνάς Τ., Το ελληνικό 1848, Αθήνα 1953.
Γιαννόπουλος Ν., Ιστορία και έγγραφα της Μονής Ξενιάς, Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος, τόμος 4 (1892-1895), σελίδες 653-692.
Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 2001.
Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Αθήνα 2000.
Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971.
Κατάλογος Έκθεσης «Χαρτογραφώντας τη Μακεδονία (1870-1930)», ΛΘ΄ ΔΗΜΗΤΡΙΑ, Θεσσαλονίκη 12 Νοεμβρίου-3 Δεκεμβρίου 2004. (Στα πλαίσια του εορτασμού των 100 χρόνων από το θάνατο του Παύλου Μελά).
Κολιόπουλος Ι., Περί λύχνων αφάς. Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.). Θεσσαλονίκη 1994.
Κωνστάντιος Δ., Προσέγγιση στο έργο των ζωγράφων από το Καπέσοβο της Ηπείρου. Συμβολή στη μελέτη της θρησκευτικής ζωγραφικής στην Ήπειρο το 18ο και το α΄ μισό του 19ου αιώνα, Αθήνα 2001.
Μακρής Ι., Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της επαρχίας Ζητουνίου, Φθιωτικά Χρονικά 19 (1998), σελίδες 27-35.
Μακρής Ι., Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της επαρχίας Ζητουνίου κατά τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια (1833-1840 μ.Χ. περίπου), σύμφωνα με τα πρακτικά της Μικτής Ελληνοτουρκικής Δικαστικής Επιτροπής. Πρακτικά 1ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας, 3-4 Νοεμβρίου 2001, Λαμία 2002, σελίδες 141-153.
Μακρής Ι., Σταυρός (Μπεκή)-Φθιώτιδας, Η Ιστορία του, Λαμία 1998.
Νάτσιος Δ., Άδειες Γάμου της Επισκοπής Ζητουνίου (Λαμίας) του 1835 (βάσει ανεκδότων χειρογράφων κωδίκων), Φθιωτικά Χρονικά 17 (1996), σελίδες 60-106.
Νάτσιος Δ., Άδειες Γάμου της Επισκοπής Ζητουνίου (Λαμίας) του 1836 (βάσει ανεκδότων χειρογράφων κωδίκων) , Φθιωτικά Χρονικά 19 (1998), σελίδες 39-61.
Νάτσιος Δ., Άδειες Γάμου της Επισκοπής Φθιώτιδος (πρώην Ζητουνίου Λαμίας) και Πατρατζικίου (Υπάτης) του 1838 (βάσει ανεκδότων χειρογράφων κωδίκων) , Φθιωτικά Χρονικά 27 (2006), σελίδες 67-100.
Νικολάου Γ., Ανέκδοτος «Πίναξ των εν αιχμαλωσία στεναζόντων ελλήνων των επαρχιών Φθιώτιδος και Λοκρίδος» του 1837, Φθιωτικά Χρονικά 15 (1994), σελίδες 5-24.
Πουκεβίλ Κ., Ταξίδι στην Ελλάδα, Στερεά Αττική-Κόρινθος, Μετάφραση Μίρκα Σκάρα, Αθήνα 1995.
Ραγκαβής Ι., Τα Ελληνικά, ήτοι Περιγραφή Γεωγραφική, Ιστορική, Αρχαιολογική και Στατιστική της Αρχαίας και Νέας Ελλάδος, Τόμος Πρώτος, Εν Αθήναις 1853.
Σκούρας Γ., Η νίλα του Δράμαλη άρχισε από τη Φθιώτιδα. Ο Δράμαλης δεν πέρασε «αντουφέκηγος». Α΄ Συνέδριο Φθιωτικών Ερευνών. Γλώσσα-Ιστορία-Λαογραφία. Λουτρά Υπάτης 27-29 Απριλίου 1990. Πρακτικά, Λαμία 1993, σελίδες 213-220.
 
Β. ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ
Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, Berlin 1941.