[πηγή
φωτογραφίας: από το άρθρο του Δημ. Α. Μηνογιάννη, Λαογραφικά Σκαριφήματα
Υπάτης, ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 6 (1985), σελίδα 157, Λαμία 1985].
2. Η ανάβαση στην
Οίτη το 1858.
Το χρονικό διάστημα από το Σάββατο 24 Μαΐου έως την Τετάρτη
4 Ιουνίου 1858 το βασιλικό ζεύγος του Όθωνα και της Αμαλίας περιόδευσε στην
ανατολική Στερεά Ελλάδα.
Σύμφωνα με την εφημερίδα «ΑΥΓΗ» «Αι Α.Α. Μ.Μ
αναχωρούσι το Σάββατον, εξερχόμεναι εις περιοδείαν κατά την Ανατολικήν Ελλάδα.
Θέλουν δε ακολουθήσει την εξής γραμμήν· από Αθηνών θέλουν διευθυνθή εις Θήβας,
από Θηβών εις Λεβαδίαν, από Λεβαδίας εις Βαρικάμπι, πλησίον της Άμπλιανης,
Άμφισσαν και εκείθεν εις Υπάτην, από Υπάτης εις Λαμίαν, Στυλίδα, Χαλκίδα και
Αθήνας. Η εκ της πρωτευούσης απουσία των Α.Α. Μ.Μ. θέλει διαρκέσει δέκα ημέρας.
Μετά την εκ της περιοδείας ταύτης επιστροφήν, ο βασιλεύς αναχωρεί εις Γερμανίαν.»
(εφημερίδα ΑΥΓΗ, φύλλο 217/22-05-1858, πρωτοσέλιδο, ψηφιακός σελιδοδείκτης 421). Η εφημερίδα γράφει εσφαλμένα Βαρικάμπι αντί του ορθού
Μακρυκάμπι. Στην περιοδεία αυτή ακολουθήθηκε η αντίστροφη διαδρομή από αυτήν
του 1845. Η άφιξη και
η υποδοχή στην Υπάτη
Στην Υπάτη έφτασαν το απόγευμα της Πέμπτης 29 Μαΐου
1858. Τους επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τις δημοτικές αρχές, τους κατοίκους
της πόλης και των γειτονικών χωριών. Να σημειωθεί εδώ ότι με Βασιλικό διάταγμα
της 16ης Μαρτίου 1856 «...διωρίσθη δήμαρχος του δήμου Υπάτης ο Κ.
Παναγ. Ξηροτύρης, και δημαρχικοί πάρεδροι οι ΚΚ. Ιω. Λαλιωτόπουλος, Χρήστος
Τσακνιάς, Γεώργ. Σκούρας και Κώστας Παππακώστα Πιστόλης.» (πηγή: ΦΕΚ
9/Α/27-03-1856).
Για την υποδοχή των βασιλέων, μαθητές και μαθήτριες
του δημοτικού σχολείου και του ελληνικού σχολείου (σχολαρχείου) Υπάτης
συγκεντρώθηκαν σε αψίδα στημένη απέναντι από το βασιλικό στρατώνα, το σημερινό Βυζαντινό μουσείο Φθιώτιδας. Οι μαθήτριες ήταν ντυμένες στα λευκά. Στις 5 το απόγευμα φάνηκε το βασιλικό ζεύγος και η
ακολουθία του να κατεβαίνουν από την Οίτη. Έγιναν δεκτοί με ζητωκραυγές. Ο
δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο Υπάτης, οι δήμαρχοι και οι δημοτικοί
σύμβουλοι των δήμων της Φθιώτιδας, καθώς και οι αξιωματικοί του στρατού είχαν
σταθεί λίγα βήματα μακριά από την αψίδα. Εκεί σταμάτησε η βασιλική συνοδεία και
άκουσε με ευχαρίστηση την εκφώνηση λόγου υποδοχής από τον ελληνοδιδάσκαλο Υπάτης
Παπαγεωργίου. Όταν τελείωσε ο λόγος προσφέρθηκαν στους βασιλείς από τα παιδιά
δύο στεφάνια με την προσφώνηση «Δεχθήτε Μεγαλειότατοι παρ’ ημών των παίδων
τούτους τούς στεφάνους, αλλ’ ούτοι μέν μαρανθήσονται, το δε προς τάς Υ.Μ σέβας
ημών διαμενεί αμάραντον». Στη
συνέχεια κατευθύνθηκαν προς την άλλη αψίδα στην πλατεία Αμαλίας, που ήταν
στρωμένη με κόκκινη τσόχα. Η πλατεία της Υπάτης είχε μετονομασθεί σε πλατεία
Αμαλίας με βασιλικό διάταγμα της 4ης Οκτωβρίου 1857, που υπογράφει ο
τότε υπουργός εσωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργός Δημήτριος Γ. Βούλγαρης: «ΔΙΑΤΑΓΜΑ
Περί μετονομασίας της εν Υπάτη κεντρικής
πλατείας.
ΟΘΩΝ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Επί τη προτάσει του Ημετέρου επί των
Εσωτερικών Υπουργού, εγκρίνομεν ίνα η εν Υπάτη κεντρική πλατεία καλήται του
λοιπού διά του ονόματος της αγαπητής Ημών συζύγου και Βασιλίσσης Αμαλίας, κατά
την περί τούτου πρότασιν του δημοτικού συμβουλίου.
Η εκτέλεσις του παρόντος Διατάγματος
ανατίθεται εις τον Ημέτερον επί των Εσωτερικών Υπουργόν.
Εν Κηφισία, την 4 Οκτωβρίου 1857.
ΟΘΩΝ
Δ.Γ.ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ» (πηγή: ΦΕΚ
40/Α/20-11-1857)
Μετά τη δοξολογία, το
βασιλικό ζεύγος φιλοξενήθηκε στο σπίτι του βουλευτή Πέτρου Χατζηπέτρου. Στο
σπίτι αυτό είχε φιλοξενηθεί ο Όθωνας πέντε φορές και η Αμαλία τρείς. Αφού
έφαγαν, ξεκουράστηκαν στον ευρύχωρο και σκιερό κήπο του σπιτιού έως τις 10 το
βράδυ. Εκεί δέχτηκαν επισκέψεις πολλών κατοίκων.
Η εφημερίδα χρησιμοποιεί, έστω
και ανορθόγραφα, φράση από το έργο του Σοφοκλή «Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ», για να περιγράψει την ομορφιά
του φυσικού περιβάλλοντος του κήπου του Χατζηπέτρου:
«ένθα λέγεια μενύρεται θαμίζουσιν αηδών συχναίς
υποβάσσαις».
Η ορθή φράση είναι:
«ἔνθ᾽ ἁ λίγεια μινύρεται θαμίζουσα μάλιστ᾽ ἀηδὼν
χλωραῖς ὑπὸ βάσσαις»,
δηλαδή σε νεοελληνική
μετάφραση
«όπου μελωδικά το αηδόνι κελαηδεί, φωλιάζοντας
σε καταπράσινες βαθιές κοιλάδες»
Η άφιξη και η υποδοχή του βασιλικού ζεύγους στην Υπάτη
περιγράφεται από την εφημερίδα «ΑΘΗΝΆ» ως εξής:
«Έκθεσις της εις Υπάτην υποδοχής των Α.Μ.
Η εις Υπάτην υποδοχή των βασιλέων εγένετο
συγκινητικωτάτη· πρό μιάς ώρας της ελεύσεως των Α.Μ. άπας ο λαός της πόλεως και
των πέριξ χωρίων, αι μαθήτριαι εν λευκοίς ενδεδυμέναι, οι μαθηταί του δημοτικού
και ελληνικού σχολείου συνήχθησαν εις την απέναντι του βασιλικού στρατώνος
αψίδα· άμα δε περί 5 μ.μ. εφάνησαν οι βασιλείς καταβαίνοντες τούς πρόποδας της
Οίτης ήρξαντο αι ζητωκραυγαί, ολίγα δε βήματα μακράν της αψίδος όπου ίσταντο ο
δήμαρχος, το δημοτικόν συμβούλιον Υπάτης, και πολλοί δήμαρχοι και δημοτικοί σύμβουλοι
των δήμων Φθιώτιδος, και πάντες οι αξιωματικοί, ήκουσαν οι βασιλείς με πολλήν
ευχαρίστησιν διαφαινομένην εις τα αγλαά αυτών πρόσωπα το καταχωρούμενον
λογίδριον απαγγελθέν επιτυχώς υπό του ελληνοδιδασκάλου Υπάτης Κ.Παπαγεωργίου.
Μετά το τέλος αυτού το βασιλικόν ζεύγος εδέχθη εν μέσω των ζητοκραυγών δύω
στεφάνους προσφερθέντας υπό επιτροπής των κορασίων και παίδων διά της εξής
προσφωνήσεως. «Δεχθήτε Μεγαλειότατοι παρ’ ημών των παίδων τούτους τούς
στεφάνους, αλλ’ ούτοι μέν μαρανθήσονται, το δε προς τάς Υ.Μ σέβας ημών διαμενεί
αμάραντον·» εκείθεν διευθύνθησαν αι Α.Μ. εις την εν τη πλατεία της Αμαλίας
ετέραν υπό ερυθρόχρου τζόχας εστρωμένην αψίδα, οπόθεν μετά την δοξολογίαν
διευθύνθησαν εις την οικίαν του βουλευτού Κ.Πετράκη Χ.Πέτρου, πέμπτην ήδη φοράν
αξιωθείσαν να δεχθή τον Μ. Βασιλέα, και τρίτην την Βασίλισσαν, αναπαυθέντες δε
μικρόν, και δειπνήσαντες εν τώ ευρυχώρω και κατασκίω κήπω «ένθα λέγεια
μενύρεται θαμίζουσιν αηδών συχναίς υποβάσσαις» εδέχθησαν εκεί τάς επισκέψεις
πολλών μετά πολλής ευμενείας μέχρι της 10 μ.μ..
Έπεται ο απαγγελθείς υπό του ελληνοδιδασκάλου λόγος,
τον οποίον η Α.Μ. ευηρεστήθη να ονομάση πατριωτικόν.
Μεγαλειότατοι! Η χαρά, ο ενθουσιασμός, η ευγνωμοσύνη, και τα λοιπά
του σεβασμού και της αγάπης αισθήματα, υφ’ ών κατέχεται ο περί την Υ.Μ.
συνωθούμενος λαός, είναι εζωγραφημένα εις τα πρόσωπα των υποδεχομένων με ζωηρότερα
χρώματα, παρά τα οποία δύνανται να ελπίσωσιν υπό την αδύνατον φωνήν μου.
Αλλά ποία είναι αύτη η χαρά, εφ’ ής μεθύει πάς
ελληνικός λαός, καθωραϊζόμενος από την παρουσίαν των βασιλέων του; Η χαρά αύτη
είναι χαρά τέκνων ευγνωμόνων υποδεχομένων γονείς φιλοστόργους, οίτινες και
μακράν όντες εργάζονται λεπτομερίμνως υπέρ της ευημερίας αυτών.
Και πώς να μην χαίρη ο έλλην δεξιούμενος βασιλείς, ών
το γλυκύ μέλημα είναι η ευημερία αυτού και ο διακαέστατος πόθος, η εύκλεια της
ελληνικής φυλής; ή μήπως αι εις την χώραν αυτού, εισελεύσεις των ατάκτων έχουν
τι κοινόν προς τάς επί των δουλικών εκείνων χρόνων επιδρομάς των τυράννων; Τότε
τρόμος μέν προηγείτο εκείνων επερχομένων, οδυρμός δε και κατήφεια ηκολούθει την
αποχώρησίν των· διότι ζωή, πλούτος και τιμή των δεδουλωμένων, ήτον έρμαιον της
απληστίας των βδελυρών τυράννων του. Ήδη όμως η προαγγέλουσα την έλευσιν των
Βασιλέων φήμη φέρει μεθ’ εαυτής την χαράν, διότι δίδεται ευκαιρία εις τούς
πατρικώς κυβερνωμένους λαούς να δείξωσιν εις Αυτούς την ευγνωμοσύνην των, διά
τά αίσια και λαοσωτήρια αποτελέσματα της πατρικής Αυτών Κυβερνήσεως.
Αναχωρούντες δε αφίνουσι την πεποίθησιν, ότι η πατρική αύτη επίσκεψις θέλει
συντελέσει εις την πραγματοποίησιν παντός ό,τι είναι ευκταίον εις την κοινωνίαν
εκείνην, και συντελεστικόν εις την προαγωγήν της.
Χαίρει λοιπόν ο Έλλην διά την επί το κρείττον
μεταβολήν της κοινωνικής αυτού καταστάσεως, και όσον περισσότερον χαίρει,
τοσούτον και θερμοτέρας αναπέμπει ευχάς προς τον Ύψιστον υπέρ υγείας
μακροβιότητος και κραταιώσεως των Σ αυτού Ανάκτων. Μη δυνάμενος δε να λησμονήση
ότι έχει δεδουλωμένους αδελφούς μοχθήσαντας μετ’ αυτού υπέρ των αγαθών τούτων,
εύχεται, όταν ο Όλυμπος αποβάλη την αισχύνην της δουλείας, και μετ’ αυτού η Ίδη
και η Πιερία, να ίδη και αυτούς ευτυχούντας και βοώντας μετ’ αυτού· «Ζήτω ο Βασιλεύς
Όθων, ζήτω η Βασίλισσα Αμαλία, ζήτωσαν οι μεγάλοι της ελληνικής φυλής
ευεργέται.».» (εφημερίδα ΑΘΗΝΆ, φύλλο
2671/07-06-1858, σελίδα 3, ψηφιακός σελιδοδείκτης 86). Στο επόμενο φύλλο της, η εφημερίδα συνεχίζει τη
δημοσίευση άλλων λεπτομερειών της επίσκεψης του βασιλικού ζεύγους στην περιοχή:
στο Μακρυκάμπι της Οίτης, οι βασιλείς ευχαριστήθηκαν από την ομορφιά του
τοπίου. Λυπήθηκαν όμως πολύ, ιδιαίτερα η Αμαλία, για τα καμένα δάση που
αντίκρυσαν. Έκαναν παρατηρήσεις για τους εμπρηστές και τους δασοφύλακες γιατί
δεν φρόντιζαν την προστασία των δασών. Προφανώς στην προηγούμενη επίσκεψή τους
το 1845 δεν υπήρχαν καμένες δασικές εκτάσεις. Ακολούθησε υποδοχή των επισκεπτών
από τους δημάρχους, δημαρχιακούς συμβούλους και στρατιωτικούς. Προς τιμήν τους
κάτοικοι χόρεψαν τοπικούς χορούς. Το ενδιαφέρον προσέλκυσε ένας γέροντας,
σχεδόν εκατό χρονών, για τη ζωντάνια του στο χορό καθώς και μία γυναίκα, η
οποία έσερνε πρώτη το χορό, τραγουδώντας αυτοσχέδιο τραγούδι για τους βασιλείς.
Ακολούθησε η μετάβασή τους στο Λουπάκι,
από όπου, όπως υπήρχε η φήμη, μπορούσε κάποιος να δει μέχρι την
Κωνσταντινούπολη. Αυτό όμως αποδείχτηκε ανακριβές και οι ταξιδιώτες συνέχισαν
την πορεία τους προς την Υπάτη. Εκεί έφτασαν το απόγευμα της 29ης Μαΐου
1858. Τους επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή, η οποία περιγράφεται στο προηγούμενο
φύλλο της εφημερίδας. Όπως σημειώνει η εφημερίδα, οι κάτοικοι της Υπάτης με τη
θερμή υποδοχή που επεφύλαξαν, ανέμεναν να υλοποιηθεί το αίτημά τους προς τους
βασιλείς για να γίνει η Υπάτη ιδιαίτερη επαρχία. Το πρωΐ της επομένης
αναχώρησαν.
Γράφει η εφημερίδα:
«Εκ Λαμίας, την
1 Ιουνίου 1858.
Ενταύθα καθ’ όλην την παρούσαν εβδομάδα δεν γίνεται
λόγος, ειμή μόνον περί της αφίξεως του Βασιλέως και της Βασιλίσσης εις Λαμίαν·
άς σας εκθέσω εν συνόψει τα λεγόμενα από της εις Μακρυκάμπι (επί της Οίτης)
αφίξεως των αυτών μεγαλειοτήτων.
Όσον η θέσις ευηρέστησεν εις τάς αυτών μεγαλειότητας,
τοσούτον ελύπησεν αυτούς και εξόχως την βασίλισσαν η πυρπόλησις των κατά την
θέσιν ταύτην και τα πέριξ αυτής δασών, και τώ όντι ήτον λυπηρόν θέαμα να βλέπη
τις ουρανομήκεις ελάτους αποξηρανθείσας εκ της πυρπολήσεως, και κειμένας ως
πτώματα κατά γής· διότι και αυτό το πύρ δεν ηδυνήθη εντελώς να τάς καταστρέψη·
Απέτειναν πικράς παρατηρήσεις περί των καταστροφέων, και των υπερασπιζομένων
τους τοιούτους, αλλά το κακόν εγένετο και θεραπεία δεν υπάρχει.
Την αδημονίαν της αυτού Μεγαλειότητος εμετρίασεν η
συρροή των κατοίκων των πέριξ χωρίων, και η αγαλλίασις μεθ’ ής υπεδέχοντο αυτάς
εν τη απλότητι της φύσεως. Όλοι οι δήμαρχοι, πολλοί των δημοτικών συμβούλων, οι
στρατιωτικοί άπαντες, έδραμον να υποδεχθώσιν εκεί τάς αυτών μεγαλειότητας·
χοροί ελληνικοί συνεκροτήθησαν ενώπιον των αυτών Μεγαλειοτήτων· εκ των
χορευσάντων εκίνησαν την περιέργειαν είς εκατοντούτης σχεδόν γέρων, όστις σύρων
τον χορόν έκαμε κινήματα, οποία νέοι δυσκόλως ηδύναντο να εκτελέσωσι, και γυνή
τις, ήτις σύρουσα τον χορόν ετραγώδησεν άσμα αυτοσχέδιον περί των βασιλέων.
Από της θέσεως ταύτης μετέβησαν εις Λουπάκη, άλλην
κορυφήν της Οίτης, εξ ής, ως έλεγόν τινες, ηδύναντο να ίδωσι μέχρι
Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά τούτο δεν απεδείχθη αληθές, και ο κόπος τον οποίον ως
εκ των δυσχερειών υπέστησαν δεν αντήμειψε τάς προσδοκίας των.
Εις Υπάτην έφθασαν την προπαρασκευήν προς το εσπέρας
της 29 του παρόντος, και το πρωΐ ανεχώρησαν. Αι προς υποδοχήν προπαρασκευαί
αναλόγως υπήρξαν όχι ευκαταφρόνητοι, και αι Α.Μ. έδειξαν ικανήν ευαρέσκειαν. Οι
Υπατείς κολακεύονται ότι θέλει ήδη γένει παραδεκτή η αίτησίς των του να
κατασταθή Επαρχία η Υπάτη.»
(εφημερίδα ΑΘΗΝΆ, φύλλο 2672/11-06-1858, σελίδα 3, ψηφιακός σελιδοδείκτης 88). Και σε επόμενο άρθρο της η εφημερίδα συνεχίζει την
αναφορά της στην καταστροφή των δασών της Οίτης από πυρκαγιές, καθώς και στη
λύπη που προξένησε το γεγονός αυτό στο βασιλικό ζεύγος. Στηλιτεύει τους
καταστροφείς του δάσους και προτρέπει να ληφθούν μέτρα κατά των πυρκαγιών.
Ειδικότερα γράφει:
«ΑΥΤΟΘΕΝ, την 7
Ιουνίου 1858.
Παρά πολλών
επαναλαμβάνεται ενταύθα η δυσαρέσκεια την οποίαν επροξένησεν εις τον Βασιλέα
και μάλιστα εις την Βασίλισσαν η ανηλεής καταστροφή των δασών· αλλ’ οποίαν
ακόμη ήθελον αισθανθή αν προώδευον επί της κορυφής της Οίτης μέχρι Τυμφρηστού!
Το κακόν έγεινεν ήδη, αλλά πρέπει να ανευρεθή η αιτία, και επομένως η θεραπεία
του κακού διά το μέλλον.
Η δασονομική
υπηρεσία καταδιώκει και συλλαμβάνει εις τα δίκτυά της τους δυστυχείς γεωργούς,
οίτινες φράζουσι τους κήπους των και τα παρά τάς οδούς σπαρτά των με παλούκια
κοπτόμενα από λιγύας (καναπίτζας), τάς οποίας εκριζόνουσιν εκχερσούντες τους
αγρούς των από ιτέας, τάς οποίας έβαλαν άλλοτε ως παλούκια και επίασαν, και τάς
οποίας πρέπει να περιτέμνωσι (κλαρίζωσι) διά να μη σκιάζονται τα παρά τον
φράκτην φυτευόμενα φυτά από πλατάνους, τους οποίους διατηρούσιν εις τους αγρούς
των σποράδην διά σκιάν και τους οποίους κλαρίζωσιν, όταν σπέρνωσι τον αγρόν,
διά να μη προξενώσι βλάβην διά της σκιάς αυτών. Καταμηνύεται ακόμη ο γεωργός
και διότι κόπτει τα εν τώ κήπω του ξηρά οπωροφόρα δένδρα, και τους υπερτραφείς
κλώνους των χλωρών οπωροφόρων αν μεταχειρισθή τα ξύλα αυτών εις παλούκια ή
φούρκας ή στωπίνας προς κατασκευήν της καλύβης του, και καταδικάζεται μάλιστα
αν δεν σπεύση να κάμη την θεραπείαν πρίν τεθή η υπογραφή του δασοφύλακος εις
την έκθεσιν της καταμηνύσεως!
Αλλ’ ο ζήλος
των περιορίζεται μόνον έως εδώ· τά δε επί ημέρας ολοκλήρους πυρπολούμενα δάση
δεν τα βλέπουσι, μολονότι ο καπνός αυτών υψούται μέχρι τρίτου ουρανού, οι δε
κορμοί των δένδρων κατάμαυροι κείνται εκτάδην ως πτώματα επικαλούμενα τον έλον
των θεατών· αλλά ποία είναι η αιτία της τυφλώσεως ταύτης; Δεν απόκειται εις
ημάς να την είπωμεν.
Ό,τι όμως
προξενεί φρίκην είναι η διηνεκής ανησυχία, την οποίαν φέρουσιν οι δασοφύλακες
εις τους κατασκευάζοντας καλύβας, και μικράς κατά τα χωρία οικίας.
Καταμηνύουσιν ως παρανόμως υλοτομήσαντα τον κύριον της νέας οικοδομής και αν
ούτος ηγόρασε παρ’ άλλου την ξυλείαν, και αν η επίσκεψις του δασοφύλακος γένη
μετά έν ή μετά δύω έτη. Η ανακάλυψις της λαθραίας υλοτομίας πρέπει να κανονισθή
πώς να γίνεται. Είναι δυνατόν να επισκεφθώσι τάς αποθήκας και τα εργαστήρια των
εμπόρων διά να ανακαλύψωσι λαθρεμπόρια; πώς λοιπόν επισκέπτονται την οικίαν του
γεωργού διά ν’ ανακαλύψωσι λαθραίαν δήθεν υλοτομίαν; ας κανονισθώσι τα πράγματα
καλήτερον, διά να μην χορηγώσι μέσα μέν καταπιέσεων και διαφθοράς εις τους
δασοφύλακας, αιτίας δε γογγυσμού είς τον λαόν.
Αι κοινότητες
επί των εν ταίς περιφερείαις αυτών λειβαδίων και δασών είχον χρήσιν αιωνίαν, η
Κυβέρνησις αφήρεσεν αυτήν απ’ αυτάς αδίκως, και την μέν νομήν απέδωκεν εις
ετέρους χωρίς κάν να ωφελείται και το δημόσιον, διά δε τα δάση υποχρεοί έκαστον
να πληρώνη φόρον ξυλείας, οποίον ποτέ δεν επλήρωνεν διά να ανεγείρη την επί του
αγώνος πυρποληθείσαν ή καταστραφείσαν οικίαν του. Άφες ελεύθερον φόρου την
κοινότητα διά την προς ιδίαν της χρήσιν ξυλικήν, προσδιόρισον μόνον το μέρος
όπου πρέπει να υλοτομήση, ανάθες εις αυτήν την φύλαξιν των εν τη περιφερεία της
δασών, και δεν θέλεις λάβει ανάγκην δασοφυλάκων. Οι κάτοικοι της κοινότητος και
ο προϊστάμενος αυτής δεν είναι δυνατόν να μην ανεύρωσι τον βλάψοντα, αλλά την
σήμερον οι κάτοικοι των κοινοτήτων δυσαρεστημένοι διά την αρπαγήν των
δικαιωμάτων των παρά της εξουσίας όχι μόνον αδιαφορούν διά τάς πραττομένας εις
τα δάση ζημίας, αλλά και τάς αποκρύπτουσι καταντώντες και εις το αυτό της
ψευδορκίας το μέσον· η βία εύρε πάντοτε την αντίκρουσιν εις τον δόλον, ας παύση
η βία, και ο δόλος εκλείπει οίκοθεν.»
(εφημερίδα ΑΘΗΝΆ, φύλλο 2672/11-06-1858, σελίδα 3, ψηφιακός σελιδοδείκτης 88). Ο θάνατος
των δύο ληστών
Με τη διέλευση των βασιλέων από τη Φθιώτιδα, συνδέεται
ο φόνος δύο ληστών της περιοχής. Γράφει η «ΑΘΗΝΆ»:
«-Εις Φθιώτιδα
εφονεύθησαν έτεροι δύω αρχιλησταί, ο Ξηρόγιαννης και ο Μάρκος Χειμάρρας. Οι
λήσταρχοι ούτοι μαθόντες ότι ο Βασιλεύς περιοδεύει εις Φθιώτιδα απεφάσισαν να
προσέλθωση και να επικαλεσθώσι την επιείκειάν Του. Όθεν εμπιστευθέντες την ζωήν
των εις τινα, όστις τούς υπέθαλπεν, ως ηκούσαμεν, επερίμενον να διαβή ο
Βασιλεύς διά να προσέλθωσιν ενώπιόν Του· αλλ’ ο χωρικός κρίνας συμφερώτερον να
μην υπάρχωσιν, εφόνευσεν αμφοτέρους διά να λάβη, ως λέγουσι, και την αμοιβήν
και τα χρήματά των, τα οποία τώ είχον μαρτυρήσει ότι έχουν κρυμμένα εις το
τουρκικόν.» (εφημερίδα ΑΘΗΝΆ, φύλλο 2671/07-06-1858, σελίδα 3, ψηφιακός σελιδοδείκτης 86). Η συνάντηση με τον Χουσνή πασά
Το πρωΐ της Παρασκευής 30 Μαΐου 1858 το βασιλικό
ζεύγος αναχώρησε από την Υπάτη με προορισμό τον στρατώνα Δερβέν Φούρκα, στη γραμμή
των συνόρων με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Εκεί θα πραγματοποιούνταν συνάντηση
με τον Οθωμανό διοικητή της Θεσσαλίας Χουσνή πασά.
Γράφει η «ΑΘΗΝΆ»:
«Εκ της Υπάτης
διευθύνθησαν εις τα μεθόρια, όπου έμελλε να έλθη και ο Χουσνί Πασάς διά να
προσφέρη τάς ανηκούσας τιμάς. Συνωδεύετο ο Πασάς υπό 300 ιππέων και άλλων
στρατευμάτων, αλλά δυστυχώς δεν επρόφθασαν εις την ωρισμένην ώραν εις το μέρος
της συνεντεύξεως. Διά να μη στερηθή δε ο Πασάς της ευχαριστήσεως του να ίδη τάς
αυτών Μεγαλειότητας, σπεύσας μετά τινων επιτελών έφθασεν αυτάς εις τον στρατώνα
Δερβένι Φούρκα, και ούτως ευχαρίστησε την επιθυμίαν του.
Εκ Λαμίας τα
προς υποδοχήν παρασκευασθέντα ήσαν (ημπορεί να είπη τις) πολυτελέστερα του
δέοντος, και (ως λέγουν τινές) της προσδοκίας των Α.Μ. ανώτερα. Ίσως η προθυμία
των κατοίκων ανταμειφθή διά της συστάσεως του υποκαταστήματος της τραπέζης και
της τελειοποιήσεως της μέχρι Στυλίδος αμαξωτής οδού, της οποίας μένει ατελής
ό,τι οφείλει να πράξη η Κυβέρνησις.» (εφημερίδα
ΑΘΗΝΆ, φύλλο 2672/11-06-1858, σελίδα 3, ψηφιακός σελιδοδείκτης 88).
ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΟΓΡΑΦΙΑ
-Εφημερίδες:
ΑΘΗΝΑ, ΑΙΩΝ, ΑΥΓΗ, ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΙΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ, Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, Ο ΠΡΩΪΝΟΣ
ΚΗΡΥΞ.
-Νίκου
Βλαχογιώργου, Πολλά και διάφορα από το θησαυροφυλάκιο της μνήμης, περιοδική έκδοση ΥΠΑΤΗ 13, Ιούνιος 1985, σελίδες 82-86, Αθήνα 1985.
-Κων.
Ι. Κοτσίλη, Οι βασιλείς Όθων και Αμαλία στην Υπάτη (Όπως περιέγραψε τα δύο
ταξίδια ο Ludwig Ross). Άρθρο στην περιοδική έκδοση ΥΠΑΤΗ 25-27 (1991-1992), σελίδες 87-101).
-Δημ. Α. Μηνογιάννη, Λαογραφικά Σκαριφήματα Υπάτης,
ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 6 (1985), σελίδες 149-157, Λαμία 1985].