ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Ξόρκια και αμποδέματα, του Μπεκιώτη (Αναδημοσίευση)


        [Η παρούσα αναδημοσίευση αφιερώνεται στη μνήμη της γιαγιάς μου Δημητρούλας Δ. Γκέκα (γριάς Γκέκαινας) (1887-1980), το γένος Παπαθανασίου (Εικ.1). Καταγόταν από το Κόμμα Φθιώτιδας με γενεαλογικές ρίζες από Συκά Υπάτης. Στο Πέμπτη 7 Μαΐου 1897 : Οι Οθωμανοί προ των πυλών (ante portas) της Λαμίας. δημοσιεύεται ανάμνησή της από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Παντρεύτηκε στις αρχές του 20ου αιώνα το Δημήτριο Αθ. Γκέκα (1877-1942) από το Σταυρό (πρώην Μπεκή). Το 1904 απέκτησε το πρώτο της παιδί. Είναι η Μαρία Γκέκα (μετέπειτα Βλάχου) (1904-1973). Από τον αρραβώνα της Μαρίας είναι η οικογενειακή φωτογραφία στο παζάρι της Λαμίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1932(Εικ.2). Συνολικά απέκτησε έντεκα τέκνα. Κατά την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων (6 Οκτωβρίου 1912) ο άνδρας της επιστρατεύθηκε αφήνοντάς την έγκυο και με τρία παιδιά. Απεβίωσε το 1980 στο Σταυρό].


Παλιότερα, όταν οι γιατροί και τα φάρμακα ήταν σχεδόν άγνωστα στα χωριά της υπαίθρου, περίσσευαν οι δεισιδαιμονίες και η πίστη σε μάγια και σε ξόρκια. Κάθε χωριό είχε τους πρακτικούς γιατρούς και τις γιάτρισσες, τους γητευτές και τις γητεύτριες, τους μάγους και τις μάγισσες, τις μαμές και τις ξεματιάστρες.
Είχε και το χωριό μας τους δικούς του. Συνήθως οι (γ)ητειές τους έφθαναν στα όρια της γειτονιάς τους, αλλά πολλών η φήμη ξεπερνούσε και τα όρια του χωριού τους.
Αδιαμφισβήτητη, κορυφαία (γ)ητεύτρα της γειτονιάς μας η γριά Γκέκαινα (χήρα του Γκέκα) χωρίς αμοιβές και μπαξίσια. Γριά κυρτωμένη από τα χρόνια, τυφλή, με πρόσωπο σκαμμένο από το χρόνο και τα βάσανα (έχασε δυο παλικάρια και τον άντρα της και την άφησε ο Θεός με πέντε κορίτσια), όπως τη γνώρισα από μικρό παιδί, έτσι την άφησα μετά από 20 χρόνια που έφυγα απ’ το χωριό. Λες κι είχαν ριζώσει τα πόδια της στο παραγώνι. Δεν θυμάμαι να την είχα δει ποτέ όρθια ή σε άλλο μέρος. Πίστευα ότι έτσι όπως τη γνώρισα, έτσι γεννήθηκε.
Άριστη ξεματιάστρα και (γ)ητεύτρα. Είχε τη δική της τεχνική ξεματιάσματος με αλάτι. Κρατώντας με το δείχτη και τον αντίχειρα λίγα σπυριά χοντρό αλάτι, έκανε το σημείο του σταυρού μπροστά στο «ματιασμένο» παιδί που μαραμένο λούφαζε στην αγκαλιά της μάνας του, μουρμούριζε τα ακαταλαβίστικα λόγια της και χασμουριόταν συνέχεια. Έριχνε το αλάτι στη φωτιά που σιγόκαιγε μέρα-νύχτα στο τζάκι της και με γλυκό παράπονο έλεγε ότι ξετσαουλιάστηκε από το χασμούρημα. Τόσο πολύ ματιασμένο ήταν το παιδί. Ανάλογο ήταν βέβαια και το πρατσάλισμα του αλατιού στη φωτιά. Το χασμούρημα και το πρατσάλισμα ήταν τα δυο κριτήρια της γριάς Γκέκαινας για το μέγεθος του ματιάσματος.
Επαναλάμβανε τρεις φορές το ξεμάτιασμα και το μάτι, αλάνθαστα, έφευγε. «Δεν το βλέπεις πώς ξεφλάμπρισε το καημένο; Ήταν πολύ βασκαμένο…».
Η θεοσεβούμενη μάνα μου φαίνεται ότι προτιμούσε το ξεμάτιασμα της γριάς Γκέκαινας από το «διάβασμα» του παπά της ενορίας μας για το μάτιασμα. Για δικαιολογία έλεγε: «Πού να τρέχεις στον παπά τέτοια ώρα στην άλλη άκρη του χωριού!!! Θεέ μου σχώρα με…».
Ο παπάς βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τις ξεματιάστρες και τις γητεύτρες, έναν ιδιότυπο … επαγγελματικό ανταγωνισμό. Οι γητεύτρες άλλοτε επικαλούνταν τον αφέντη το Χριστό ή την Παναγιά τη Δέσποινα ή τους Αγίους Αναργύρους ή τον Αϊ-Λεφτέρη (οι μαμές, για να λευτερώσει τις ετοιμόγεννες) κι άλλοτε τον «εξαποδώ». «Έπαιζαν» και με τις λέξεις και φράσεις που σήμαιναν το τέλος ή την εξαφάνιση κάποιου πράγματος, π.χ. στη «χάση» του φεγγαριού[1] έπρεπε να πίνει κανείς τα διάφορα μαντζούνια για να φύγουν οι γαρδαβίτσες ή άλλα παθήματα.
Να ήταν όμως μόνο το ξεμάτιασμα! Αμ το ανεμοπύρωμα, τον πονόματο, τις άφτρες;
Όλα τα γιάτρευε η καλή μας γρια-Γκέκαινα. Μεγαλύτερη γητεύτρα απ’ αυτή δε γνώρισα στο μικρόκοσμο του χωριού μας… Και το ανεμοπύρωμα το έπαιρναν τα ξόρκια της «όπως ο ήλιος τη δροσιά της νύχτας» κι άλλα παθήματα τα’ απόδιωχνε «σε μέρη ακατοίκητα σε ριζιμιά λιθάρια». Όμως το δικό μου δράμα ήταν οι άφτρες που έβγαιναν στο στόμα (άφθες). Όσο μπορούσα έκρυβα από τη μάνα μου την ύπαρξή τους. Δεν έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου αν αμφισβητούσα την αποτελεσματικότητα της μεθόδου θεραπείας της ή υπερίσχυε στη σκέψη μου η αναγούλα και η αηδία που μου προκαλούσε, όταν θα έβαζε τα αγκυλωμένα από την ακινησία δάχτυλά της στο στόμα μου για να αλείψει τις άφθες με τη δικής της επινόησης αλοιφή… Θα προτιμούσα άλλο τρόπο θεραπείας-που τον έμαθα όταν μεγάλωσα λίγο-που έπρεπε να κάψεις τρία σπίρτα και να πετάς πίσω σου σ’ ένα τρίστρατο αποβραδίς με την εμφάνιση των πρώτων αστεριών, μουρμουρίζοντας και κάτι μαγικά λόγια[2].
Και τη λούγκα την (γ)ήτευε η γρια-Γκέκαινα με το αδράχτι και πολλά άλλα παθήματα γιάτρευε που δεν τα θυμάμαι όλα…
Υπήρχαν όμως και θεραπείες πολύ γνωστές σε όλους, όπως π.χ. για το κριθαράκι στο μάτι το αλύχτισμά του από πρωτότοκο παιδί. Το αλύχτισμα έπρεπε να γίνει πρωί-πρωί και να είναι άνιφτοι ο παθών και ο θεραπευτής. Ο θεραπευτής έλεγε: «Γαβ, είμαι πρώτος και σε τρώω…» τρεις φορές.
Το (γ)ήτεμα του ανεμοπυρώματος γινόταν και με τον εξής τρόπο[3]. Στο ανεμοπύρωμα τοποθετούνταν ένα κόκκινο πανί, επάνω εναποθέτονταν ένα βαμπακάκι που το άναβε ο (γ)ητευτής και το έσβηνε, μουρμουρίζοντας τα λόγια: «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες, αυτόν». Αυτό με το βαμβάκι και ταλόγια επαναλαμβανόταν τρεις φορές. Κι εδώ οι λέξεις κλειδιά του (γ)ητέματος ήταν το διασκορπισθήτωσαν και φυγέτωσαν (=να φύγει το ανεμοπύρωμα).
Όμως στο χωριό μας διέπρεπαν μεταξύ των άλλων και δύο μαμές. Η γριά Πεπερού και η κυρά-Ρήνα (Μακρή) η Κατσαίισα (από το Χρήστος=Κίτσος). Ξεγέννησαν άγνωστο αριθμό γυναικών κι έκοψαν τους ομφάλιους λώρους όλων των παιδιών που γεννήθηκαν στο μεσοπόλεμο στο χωριό μας.
Αμ η Μήτραινα η Κυροδήμαινα, η πρακτική ορθοπεδικός που «έφτιαχνε» τα χέρια; Ή ο επίσης ορθοπεδικός γερο-Κότσιαλος που «έφτιαχνε» κυρίως τα πόδια;
Γενικά κανένα αερικό πάθημα και καμμιά αρρώστια ανθρώπων και ζώων δεν ήταν αγιάτρευτα για τους γητευτές του χωριού μας.
Βέβαια είχαμε και τα φαντάσματά μας, κυρίως γύρω από το χωριό, που τα έβλεπαν μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι και οι νεραϊδοπαρμένοι. Αυτοί είχαν και το προνόμιο να κουβεντιάζουν και με τα ξωτικά και τα στοιχειά
Μάγους και μάγισσες που «έδεναν» με μάγια τους ανθρώπους δεν είχαμε στο χωριό μας. Αυτά γίνονταν μακριά από μας. Σε μας μόνον «έλυναν» μάγια…

Γλωσσάρι
αλαφροΐσκιωτος (αλαφρός+ισκιώνω)=ο ικανός (σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση) να βλέπει αόρατες δυνάμεις, πνεύματα, ξωτικά κτλ.
αλύχτισμα=γαύγισμα.
αμποδένω=κάνω μάγια, μαγεύω και καθιστώ κάποιον άνδρα ανίκανο για συνουσία.
αμπόδεμα=δέσιμο με μάγια, γήτεμα…
ανεμοπύρωμα (άνεμος+πύρωμα)=δερματική πάθηση, το ερυσίπελας.
άνιφτος=αυτός που δε νίφτηκε, δεν πλύθηκε κυρίως στο πρόσωπο και στα χέρια.
άφθα ή άφτρα=φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος.
γαρδαβίτσα=μερμηγκιά, ακροχορδών, επιδερμική-συνήθως στρογγυλή-επίκτητη εκβλάστηση.
γητεύω (γοητεύω)=κάνω μάγια, γητειές. Από το γητεύω παράγονται: γητευτής, γητεύτρα, γήτεμα, γητειά.
(γ)ήτεμα=η χρησιμοποίηση μαγικών μέσων για την επίτευξη σκοπού ή την αποτροπή κακού. Στο Σταυρό αναφερόταν ως ήτεμα.
γητειά=πρόκληση ή αποτροπή κακού ή επιδίωξη ερωτικού σκοπού με μαγικά μέσα.
εξαποδώ (έξω από εδώ)=ο διάβολος, ο σατανάς.
κριθαράκι (ιατρική)=μικρό φλεγμονώδες οίδημα στο χείλος του βλεφάρου.
λούγκα=το πρήξιμο αδένων ψηλά στο μηρό.
μάγια=κάθε τι που χρησιμοποιείται για μαγικό σκοπό.
μαντζούνι=πολτώδες, πρακτικό φαρμακευτικό παρασκεύασμα.
νεραϊδοπαρμένος (νεράϊδα+παίρνω)=κατά τη λαϊκή δεισιδαιμονία, φρενοπαθής που του πήραν τα συλλογικά οι νεράϊδες.
ξεφλαμπρίζω=συνέρχομαι.
ξόρκια=μαγικά λόγια που, κατά τη λαϊκή φαντασία, αποδιώχνουν το κακό, εξορκισμός.
ξωτικό (και ξουθ’κό)=υπερφυσικό πλάσμα, στοιχειό.
παραγώνι=χώρος κοντά στο τζάκι, κατ’ επέκταση το τζάκι.
πρατσάλισμα (του αλατιού στη φωτιά)=ο κρότος που κάνει το χοντρό αλάτι καθώς «σκάζει» στη φωτιά.
ριζιμιό λιθάρι=πέτρα (βράχος) ριζωμένη, ακλόνητη στη θέση της συνήθως στα βουνά (σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι…).
στοιχειό=αγαθοποιό ή κακοποιό πνεύμα, φάντασμα.
τσαούλια=τα σαγόνια. «Ξετσαουλιάστικα από το χασμούρημα», μου βγήκαν τα σαγόνια από το πολύ χασμούρημα.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

[1] Χάση φεγγαριού, δηλ. χάνεται (σώνεται) το φεγγάρι. Έτσι να χαθούν κι οι αρρώστιες ή να φύγουν μακριά από τους ανθρώπους «στα όρη στ’ άγρια βουνά» ή «σε μέρη ακατοίκητα, σε ριζιμιά λιθάρια…».
[2] Μαρτυρία Ελένης Σερεμέτη το γένος Ευαγ. Μακρή. Το τρίστρατο συνιστούσαν σε πολλές περιπτώσεις, για να μπορεί το «κακό» να φεύγει ανεμπόδιστα προς πολλές κατευθύνσεις.
[3] Μαρτυρία Δημητρίου Αναστ. Καραναστάση, έτος γεν. 1915.



ΕΙΚΟΝΕΣ



 Εικ.1 Δήμητρα Δ. Γκέκα (1887-1980).




Εικ.2 Στο κέντρο καθήμενος ο Δημήτριος Αθ. Γκέκας (1877-1942) και δίπλα του η Δήμητρα Δ. Γκέκα (1887-1980). Πίσω όρθιος ο γιός τους Αθανάσιος Δ. Γκέκας (1910-1933). Η δεσποινίς με την ομπρέλλα είναι η κόρη τους Μαρία Δ. Γκέκα (μετέπειτα Βλάχου) (1904-1973) και δίπλα όρθιος ο αρραβωνιαστικός της Γεώργιος Βλάχος (1902-1972).



ΠΗΓΗ
1)Περιοδική-Ενημερωτική-Πολιτιστική Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Σταυρού Λαμίας: ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ, τεύχος 8 (Αφιέρωμα στο Βασίλη Σίμο), Ιούλιος 2003, σελίδες 97-99.
2)Εικ.1,2: Οικογενειακό φωτογραφικό αρχείο Σωτήρη Γ. Αλεξόπουλου.






Δημοσίευση σχολίου