ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήριος Γ. Αλεξόπουλος.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2020

Το «πυργόσπιτο» και ο παραδοσιακός οικισμός του Αχινού Φθιώτιδας

 

Εικ.1. Παραδοσιακά σπίτια στον Αχινό. Διακρίνεται η παλαιά εθνική οδός Αθηνών-Θεσσαλονίκης και στο βάθος ο Μαλιακός κόλπος. Η φωτογραφία έχει ληφθεί από το κάστρο του Αχινού.

 

Στο κάστρο του Αχινού και στην περιοχή που βρίσκεται νότιά του, ίχνη κατοίκησης εμφανίζονται από το 2000 π.Χ.. Πρόκειται για όστρακο από φαιό μινυακό αγγείο (2000/1800-1600 π.Χ.), όστρακα και λίθινα εργαλεία από πυρίτη λίθο Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Β περιόδου (1300-1200 π.Χ.) και συλημένους υστεροελλαδικούς θαλαμοειδείς τάφους κοντά στο κάστρο (1600-1100 π.Χ.), (βλέπε: Τρ. Παπαναγιώτου, Ιστορία και Μνημεία της Φθιώτιδος, Εν Αθήναις 1971, σελίδα 162.). Η κατοίκιση στην περιοχή αυτή υπήρξε συνεχής έως σήμερα, γι’ αυτό και ο παραδοσιακός οικισμός του Αχινού εκτείνεται κάτω από το κάστρο του. Στις μέρες μας αποτελεί μικρό μέρος του σημερινού Αχινού καθώς ο οικισμός, λόγω της αύξησης του πληθυσμού, επεκτάθηκε τοπογραφικά. Το 1987 με τίτλο «Χαρακτηρισμός τμήματος του οικισμού Αχινού (Ν.Φθιώτιδας) ως παραδοσιακού και καθορισμός ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης» δημοσιεύθηκε Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 160/Δ/27-02-1987), με το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «παραδοσιακός οικισμός».
Παλαιότερα δημοσιεύθηκαν από μελετητές άρθρο και μελέτη για το «πυργόσπιτο» και τον παραδοσιακό οικισμό του Αχινού. Ειδικότερα:
1) το 1968 στη δημοσίευση του αρχιτέκτονα Ιωάννη Κουμανούδη στην περιοδική έκδοση του ΤΕΕ «Τεχνικά Χρονικά», εξετάσθηκε διεξοδικά και δημοσιεύθηκε το σωζόμενο «πυργόσπιτο» του Αχινού.
2) το 1992 ομάδα αρχιτεκτόνων του παραρτήματος Ανατολικής Στερεάς του ΤΕΕ, δημοσίευσε μελέτη για τον παραδοσιακό οικισμό του Αχινού.
Ειδικότερα, το περιεχόμενο των δύο δημοσιεύσεων έχει ως εξής:
 
Α. Το άρθρο του Κουμανούδη με θέμα «Η αρχιτεκτονική ενός «πυργόσπιτου» εις το χωριό Αχινός».
Ο Κουμανούδης, εκτός από την αρχιτεκτονική παρουσίαση του «πυργόσπιτου», στην εισαγωγή του άρθρου του παραθέτει φωτογραφίες με αρχαιότητες. Ενδεικτικά, αναδημοσιεύουμε εδώ ορισμένες από αυτές:
 
 

Εικ.2. Άποψη του σωζόμενου ακροπύργου από το κλασσικό τείχος του Εχίνου.

 

 



Εικ.3. Επιγραφές ρωμαϊκής εποχής με απελευθερώσεις δούλων.

 



 

Εικ.4. Τμήμα παλαιοχριστιανικού κιονοκράνου με αποκομμένα τα άκρα του από το κάστρο του Αχινού.

 


 

Εικ.5. Τμήμα αγιογραφίας με παράσταση των Αγίων Αναργύρων από το βόρειο τοίχο του ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο κάστρο του Αχινού. Στο κέντρο η επιγραφή «άγιοι ανάργυρη». Αριστερά «(ΑΓΙΟΣ) ΔΑΜΙΑΝΟΣ» και δεξιά «Ο ΑΓΙΟΣ (ΚΟΣΜΑΣ)». Από μία πρώτη προσέγγιση, λόγω της εξαιρετικής ομοιότητας των γραμμάτων, η αγιογραφία μπορεί να αποδοθεί στο ίδιο συνεργείο με αυτό που αγιογράφησε το ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Παλιονίκοβα (βλέπε: Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στη θέση Παλιονίκοβα του Ανύδρου Φθιώτιδας). Επομένως η αγιογραφία χρονολογείται στα μέσα του 18ου αιώνα.

 


Στη συνέχεια του άρθρου παρουσιάζεται αναλυτικά η μελέτη της αρχιτεκτονικής του «πυργόσπιτου» (κατώϊ, πρώτο ανώϊ, δεύτερο ανώϊ, κατασκευαστικές παρατηρήσεις, τοιχοποιΐα, κατασκευαστικά ανοίγματα, θόλος, ξύλινες οροφές, δάπεδα, παράθυρα και πόρτες, σιδηροκατασκευές, ανάγλυφα-χαράγματα-γλυπτός διάκοσμος, γραπτός διάκοσμος). Το άρθρο συνοδεύεται από 36 φωτογραφίες. Ενδεικτικά παρατίθενται στη συνέχεια ορισμένες από αυτές:

 

α

Εικ.6α. Αριστερά ο παλιός Πύργος. Εκεί ήταν η έδρα του Οθωμανού τσιφλικά Μουσταφά μπέη, ο οποίος τον πούλησε στον Σκουμπουρδή μαζί με το τσιφλίκι. Ο Σκουμπουρδής πρόσθεσε το 1839 το αρχοντικό δεξιά. Το χαγιάτι και ο εξώστης είναι κατασκευές του 1966.

 



β

Εικ.6β. Ο παλιός Πύργος σε σκίτσο του Κουμανούδη.



 

γ

Εικ.6γ. Κατακόρυφη τομή του Πύργου από τον Κουμανούδη. Διακρίνεται η αρχική και η σημερινή στάθμη του εδάφους.

 

 



Εικ.7. Το τζάκι στον οντά του δευτέρου ορόφου.



Ο Κουμανούδης στην αρχή του άρθρου παρουσιάζει περιληπτικά στην ιστορία του «πυργόσπιτου» του Αχινού:
«……Σαν απομεινάρι της τελευταίας του δόξας υψώνεται σήμερα περήφανα πάνω από τα σπίτια του σύγχρονου χωριού η μορφή ενός επιβλητικού σπιτιού που ανήκει στην οικογένεια του Ιατρού κ.Μακρυκώστα.
Μελετώντας προσεκτικά την λίθινη μάζα του, σπουδάζουμε όλη του την γένεση και τη ζωή, καθώς και τους μετασχηματισμούς του. Έτσι βλέπουμε πως το σημερινό κτήριο αποτελείται από δύο διάφορα κτίσματα, κολλημένα τόνα δίπλα στ’ άλλο, που θεμελιώθηκαν σε διάφορους χρόνους, για να χρησιμεύσουν σαν κατοικίες.
Το προς δυσμάς τμήμα είναι τριώροφο, με τετράγωνη σχεδόν κάτοψη κι’ έχει την μορφή ενός Πύργου, ενώ προς τας ανατολάς είναι ένα διώροφο μεταγενέστερο αρχοντικό. Ο Πύργος φαίνεται πώς κτίσθηκε στο τέλος του 18ου αιώνος, ενώ το διώροφο αρχοντικό στα 1839 από τους Σκουμπουρδήδες. Εμείς θα εξετάσουμε εδώ μόνο τον Πύργο, γιατί αυτός παρουσιάζει σπουδαίο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον κι είναι μέχρι στιγμής άγνωστο στην επιστήμη.
Ο Πύργος τ’ Αχινού είναι ένα σεμνό αρχιτεκτονικό έργο της λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης των χρόνων της Τουρκοκρατίας που σώζει μέχρι σήμερα με την παρουσία του και τη μορφή του, όλη την τεχνική, την νοοτροπία και την αισθητική των μαστόρων της εποχής του. Παρά την αυστηρή φρουριακή μορφή του, έχει κτισθή σαν χώρος κατοικίας που μέσα σ’ αυτόν, προστατευμένοι από τα χοντρά ντουβάρια του, εύρισκαν οι κάτοικοί του το σπουδαιότερο αγαθό της εποχής των: την ασφάλεια από τους ληστές και λοιπούς επιδρομείς. Κτηριολογικά ακολουθεί τη γνώριμη διάταξη παρόμοιων κτηρίων της Θεσσαλίας ή και άλλων περιοχών της Ελλάδος, γι’ αυτό και φαίνεται πώς θάχει χτισθή από κάποια οικοδομική συντεχνία Ηπειρωτών μαστόρων. Το ισόγειο είναι θολοσκέπαστο, έχει δύο πολύ μικρά παράθυρα και την είσοδο πιο ψηλά από το φυσικό έδαφος. Χρησίμευσε σαν αποθήκη για τις σοδειές. Η πρόσβαση προς το ισόγειο γίνεται με μια εξωτερική και μια εσωτερική σκάλα κινητή, που αποτραβιότανε στο εσωτερικό του Πύργου σε καιρό επιδρομών.
Ο πρώτος όροφος αποτελείται από δύο χώρους. Ο μεγάλος, σχεδόν τετράγωνος, είναι χαμηλοτάβανος∙ έχει ένα τζάκι, πολύ μικρά παράθυρα, και χρησίμευε σαν καθημερινός οντάς και μαγειρείο. Ο μικρός χώρος, κι’ αυτός χαμηλοτάβανος, είναι ένας προθάλαμος και κλιμακοστάσιο. Εκεί βρισκότανε η κύρια εξώθυρα του Πύργου, γεροφτιαγμένη, με αμπάρες, ασφάλειες και τραβέρσες. Στην ξώπορτα έφτανε κανείς εξωτερικά με μια ξύλινη σκάλα που την χρησιμοποιούσαν μόνο σε καιρό ειρηνικό. Όταν υπήρχε κίνδυνος, η σκάλα αποτραβιόταν πάλι κι’ η επικοινωνία με το ισόγειο γινότανε με μια γκλαβανή και με μια στενή και απότομη σκάλα.
Από τον ίδιο χώρο ξεκινούσε μια άλλη ξύλινη πολύ απότομη σκάλα, που συνέδεε τον πρώτο όροφο με τον δεύτερο.
Ο δεύτερος, τέλος, όροφος ήταν πάλι δίχωρος αλλά ψηλοτάβανος. Ο μεγάλος χώρος είχε πολλά μεγάλα παράθυρα, έναν εξώστη, ένα θαυμάσιο τζάκι, και χρησίμευε σαν καλός οντάς του Πύργου. Ο μικρός χώρος ήταν πάλι ένας προθάλαμος-κλιμακοστάσιο, κι’ από κει χειρίζονταν την ζεματίστρα.
Σ’ όλους τους τοίχους του Πύργου, όλων των ορόφων, υπάρχουν πολεμότρυπες, και πάνω από τις δύο εξώπορτες μια ζεματίστρα. Σ’ όλα τα παράθυρα υπήρχαν πολύ χοντρές σφυρήλατες σιδεριές, του καμινιού. Μ’ όλα αυτά τα μέσα ο Πύργος γινότανε πράγματι απόρθητος. Ο Πύργος τ’ Αχινού έχει μετασκευασθή κατά καιρούς. Έχουν κλείσει οι πόρτες του, τα παράθυρά του και οι πολεμότρυπες, και έχουν ανοιχθή πολλά νέα ανοίγματα. Στα σχέδια της μελέτης μου σημειώνονται όλες αυτές οι αλλαγές. Εξωτερικά, όμως, η μορφή του κρατιέται σχεδόν η ίδια, εκτός από την πλευρά που κόλλησε πάνω του το νεώτερο Αρχοντικό.
Από πλευρά διακόσμου, ο Πύργος του Μακρυκώστα παρουσιάζει ειδικό μόνο ενδιαφέρον στα αρχιτεκτονικά ανάγλυφα ή χαράγματα πούχει σε διάφορα σημεία των εξωτερικών όψεων των τοίχων του
Το άρθρο είναι στη διάθεση του αναγνώστη για ανάγνωση ή εκτύπωση μέσω του διαδικτύου: Κουμανούδης Ιωάννης, Η αρχιτεκτονική ενός «πυργόσπιτου» εις το χωριό Αχινός.
 
Β. Η μελέτη του ΤΕΕ / Τμήμα Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας για τον παραδοσιακό οικισμό του Αχινού.
Το 1992 ομάδα αρχιτεκτόνων του Τμήματος Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Καρβούνη Αλεξάνδρα, Σταματοπούλου Χαρίλεια και Τριανταφύλλου-Χριστοδούλου Αγγελική), δημοσίευσε μελέτη, στην οποία παρουσιάζεται ο παραδοσιακός οικισμός του Αχινού. Εκτός από το «πυργόσπιτο» εξετάζεται και το υπόλοιπο μέρος του οικισμού, το οποίο χαρακτηρίστηκε το 1987 παραδοσιακός.
H ομάδα μελέτης, με αρκετές επιφυλάξεις, το χρονολογεί το παλαιό τμήμα του «πυργόσπιτου» στα τέλη του 16ο αιώνα (μάλλον πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Το ορθό είναι 18ος αιώνας, όπως το χρονολογεί και ο Κουμανούδης). Η χρονολόγηση αυτή προκύπτει από τη σύγκρισή του με αντίστοιχους πύργους-κατοικίες του κάμπου της Θεσσαλίας. Πύργος παρόμοιας χρήσης σώζεται σήμερα στα Φάρσαλα (βλέπε: Πύργος Καραμίχου).
Η μελέτη είναι στη διάθεση του αναγνώστη για ανάγνωση ή εκτύπωση μέσω του διαδικτύου: ΤΕΕ Τμήμα Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, Μελέτη για τον παραδοσιακό οικισμό Αχινού.

 

ΠΗΓΕΣ

1. Κουμανούδης Ιωάννης, Η αρχιτεκτονική ενός «πυργόσπιτου» εις το χωριό Αχινός. Άρθρο στην περιοδική έκδοση Τεχνικά Χρονικά 8/506, Αθήνα 1968, σελίδες 505-532.