ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Ο ληστής της Όρθρυος


Στην περιοδική έκδοση ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ (Εικ.1) δημοσιεύεται διήγημα του συντάκτη της Κωνσταντίνου Ι. Πρασσά με τίτλο «Ο ληστής της Όρθρυος». Πηγή έμπνευσης αποτέλεσε το φαινόμενο της ληστείας που ταλαιπώρησε τις πόλεις και τα χωριά της Φθιώτιδας μετά την απελευθέρωση.
Ακολουθεί το κείμενο του διηγήματος:

«Πολλάς αξιολόγους διηγήσεις δύναται τις να εύρη μεταξύ των αναφερομένων εις τα χρονικά των τελευταίων ληστρικών συμμοριών, μία δε των τούτων, ην ενταύθα αφηγούμαι, αναφέρεται και εις την πόλιν ημών, αποτελούσα το παραδοξότερον και πλέον πρωτοφανές των απευκταίων όσα ποτέ εις την φιλήσυχον ταύτην πόλιν συνέβησαν.
* *
*
Η επί των ορέων ληστεία, συντόνως ολονέν πολεμουμένη υπό των στρατιωτικών αποσπασμάτων, εφαίνεταο, περί το 185…, παντελώς εξοντωθείσα. Το αυτό εκείνο όμως έτος ανεφάνη επί των ορέων της Όρθρυος η μυστηριωδεστέρα και τολμηροτέρα των συμμοριών, όσαι ποτέ υπήρξαν, λυμαινομένη παρατόλμως τα πέριξ, και εν τούτοις πάντοτε αόρατος μένουσα από των στρατιωτικών αποσπασμάτων, άτινα ματαίως ανεζήτουν τα ίχνη της.
Ο αρχηγός της συμμορίας ταύτης περί ού οι χωρικοί των περιχώρων διϊσχυρίζονται ότι καθ’ εκάστην μετεσχηματατίζετο εξωτερικώς εις άνθρωπον όλως διάφορον της προτεραίας και ότι κατήγετο από της καλητέρας οικογενείας ενός των εκεί πλησίον χωρίων, είχεν ευλόγως διασπείρει τον τρόμον εις όλας τας γειτονικάς πόλεις. Εν ή ημέρα ο στρατός τον ανεζήτει εν τινι πόλει ένθα προ ολίγων ωρών είχε διαπράξει παρατολμον ληστείαν, την αυτήν εκείνην ημέραν ήρχετο η είδησις περί τολμηράς υπ’ αυτού διαπραχθείσης αιχμαλωσίας εις πόλιν πολύ της πρώτης απέχουσαν, πράγμα αρκούν ίνα περιάγη τους διώκτας αυτού εις αληθή αμηχανίαν. Το περίεργον δε ήτο ότι καίτοι άξεστος χωρικός ο αρχηγός ούτος, εξέλεγε πάντοτε τα θύματά του, ως εάν ειργάζεταο προς αντικατάστασιν της κοινωνικής ισότητος, μεταξύ ωρισμένης τάξεως πλουσίων, απέχων πάντοτε του να βλάπτη τους αγαθοεργούς εξ αυτών. Πλείστοι έλεγον προς τούτοις ότι και ευηργέτει πολλούς πτωχούς χωρικούς, οίτινες διά τούτο δεν ήτο παράδοξον εάν τω παρείχον ενίοτε ως άσυλον τας καλύβας των.
Ο ληστής λοιπόν αυτός είχε καταστή ο τρόμος των πέριξ. Αλλ’ ο α, Θωμάς Δρόσης, ο πλουσιώτατος των κτηματιών της παρά την Όρθρυν πόλεως Β. έζη εν τη ασφαλεί του οικία απτόητος και ευτυχής. Λαβών μόνον μικρά τινα προφυλακτικά μέτρα, δεν είχεν πλέον να φοβήταί τι, διότι η οικία του έκειτο εις το κεντρικώτερον της πόλεως μέρος, και ούτω κατ’ ουδέν παρηνοχλείτο ο τερπνός βίος αυτού και της θελκτικής του συζύγου Ελένης ήν πρό ολίγου ήδη χρόνου είχε νυμφευθή.
Η Ελένη δεν κατήγετο από οικογενείας πλουσίας ή σημαντικής, απεναντίας μάλιστα υπήρχον μεταξύ των συγγενών της όχι ολίγοι χωρικοί, οικούντες εν των παρά τας υπωρείας της Όρθρυος χωρίων˙ ήτο όμως εκτάκτως περικαλλής, οι δε κάτοικοι της πόλεως Β΄, αποβλέποντες εις το κάλλος της αφ’ ενός, αφ’ ετέρου δε εις την αφοσίωσιν ήν εδείκνυε προς τον σύζυγόν της, ηυτύχιζον όλοι τον κύριον Δρόσην.
Ο κ.Θωμάς, ούτινος η οικία ήτο το εντευκτήριον των καλλιτέρων της πόλεως οικογενειών, είχε κατά τινα εσπέραν των απόκρεω μεγαλοπρεπή εν τη οικία του εσπερίδα. Έξω ήτο μία των ζοφεροτέρων του χειμώνος νυκτών, αλλ’ ότε οι κεκλημμένοι έφθανον εις την οικίαν του κ.Θωμά, ικανοποιούντο ευρίσκοντες όλας αυτής τας αιθούσας αποστιλβούσας εκ θαμβωτικού φωτισμού όστις χωρών και προς τα έξω δια των υέλων των παραθύρων, διέλυε μέρος του εκτός βασιλεύουντος σκότους. Αι αίθουσαι του κ.Θωμά ολονέν επληρούντο υπό φαιδροτάτων φιλικών οικογενειών αίτινες, η μία μετά την άλλην προσήρχοντο ανά ομίλους μετημφιεσμένων και μη, και η εσπερίς εκείνη προερμηνεύετο εκτάκτως λαμπρά. Εν τη συναναστροφή, ως εις όλας τας προ τριακονταετίας γενομένας, προηγήθησαν τινά εκ των απλοϊκών εκείνωνπαιγνίων του κόμβου κλπ. άτινα τότε ήσαν απαραίτητος προεισαγωγή πάσης μεταξύ οικογενειών διασκεδάσεως∙ αφού δε προσήλθον όλοι οι κεκλημένοι, ήρχισεν ευθύς ο χορός, όστις βαθμηδόν ενεψυχούτο και καθίστατο ολονέν ζωηρότερος, υπό τους ήχους ορχήστρας ανεπιλήπτου, ήτις εν τη εποχή εκείνη, ήτο τι έκτακτον διά πόλιν μικράν οία η Β.
Ο χορός διήρκει αδιακόπως μέχρι μεσονυκτίου, οπότε έπαυσε προς στιγμήν χάριν του περιμένοντος τους κεκλημένους εν τω εστιατορίω λαμπρού γεύματος. Μετά παρέλευσιν όμως ημίσειας ώρας τα ζεύγη των χορευτών επανήρχοντο ανά έν ευθυμότερα ή πριν εις την αίθουσαν του χορού, ήν δεν ήργησαν μετ’ ου πολύ να πληρώσωσιν.
Ο χορός ήρχισεν εκ νέου υπό τους ήχους θελγούσης μουσικής, ότε δε μετά μικρόν έκαμεν αύτη διάλειμμα ίνα μετ’ ολίγον επαναρχίση, το ωρολόγιον της εισόδου ηκούσθη ηχήσαν την πρώτην μετά το μεσονύκτιον ώραν. Αλλά την αυτήν στιγμήν, θόρυβος τις αλλόκοτος προελθών κάτωθεν από της αυλής, απέσπασε την προσοχήν των χορευτών οίτινες ανά δύο περιεφέροντο εν τη αιθούση προς αναψυχήν. Πριν ή προφθάσωσι να διευκρινήσωσι τον αλλόκοτον εκείνον θόρυβον, νέον συμβάν περιήγαγεν αυτούς εις παντελή έκπληξιν, διότι εν μια στιγμή είδον αίφνης την αίθουσαν του χορού πληρωθείσαν υπό εννέα ή δέκα ανδρών γενειοφόρων όλων, αγρίων την όψιν, εξωπλισμένων και φερόντων φουστανέλλας μαύρας ως η νύξ.
Οι κεκλημένοι εδίστασαν αν έπρεπε να γελάσωσιν ή όχι διά το προ αυτών απροσδόκητον θέαμα, αλλά βεβαίως θα εγέλων διά παιδιάν της απόκρεω τοσούτον επιτυχή, εάν η ώρα δεν ήτο ήδη τόσον προκεχωρημένη. Ο δισταγμός των όμως δεν διήρκεσε πολύ διότι εν τω μεταξύ εις των νεοελθόντων, με την όψιν ευγενεστέραν κάπως των λοιπών, προχωρήσας εκ μέσου των άλλων, εξήγαγε της αμφιβολίας αυτών τους επτοημένους πανηγυριστάς διά των εξής λέξεών του, άς προέφερε μετά φωνής βροντώδους και σταθεράς. «Αν κανείς εξ όλων σας κινηθή ή ζητήση να φωνάξη, θα ήσθε όλοι νεκροί. Περιττόν να σας ειπώ ποιος είμαι∙ πιστεύω ότι θα με εννοήσητε αρκετά καλά∙ Και τώρα, θα λάβω βέβαια την τιμή να ιδώ τον κύριο Δρόση, επειδή αυτός και μόνος μας έφερεν εδώ.»
Παγερός φόβος εκυρίευσεν ευθύς τους κεκλημένους οίτινες όλοι ομού συνεσπειρώθησαν εις την άλλην άκραν της αιθούσης, διότι δεν ήργησαν να μαντεύσωσιν ότι είχον προ αυτών την μυστηριώδη της Όρθρυος συμμορίαν. Πολλοί εκ των κεκλημένων ήσαν άνδρες γενναίοι και απτόητοι, αλλ’ ουδέν ηδύναντο εν τη παρούση περιστάσει, γνωρίζοντες ότι ματαία θ’ απέβαινε πάσα απόπειρα των, και μάλιστα αόπλων ως ήδη ήσαν, εναντίον συμμορίας αγρίων ληστών ωπλισμένων μεχρις οωύχων, ών η παράτολμος και απρόοπτος εμφάνησις περιήγαγε τους πάντας εις άκρων απορίαν, πλην δε τούτου ήσαν βέβαιοι ότι και το ελάχιστον αυτών προς αντίστασιν κίνημα βέβαιον αποτέλεσμα θα είχε τον θάνατον. Πολλαί κυρίαι εν τω μεταξύ ελιποθύμησαν, μόνη δε η οικοδέσποινα κατώρθωσε ν’ ανθέξη γενναίως, ενώ ο σύζυγος αυτής κ.Θωμάς, μένων συνεσπειρωμένος μεταξύ του πλήθους των επισκεπτών, ηναγκάσθη επί τέλους υπό των επιμόνων προσκλήσεων του ληστού να εξέλθη βήματα τινα προ των άλλων.
-Βλέπεις, κύριε Δρόση, εξηκολούθησεν ο ληστής, ότι ο κλέπτης της Όθρυος δια τον οποίον θα ήκουσες βέβαια να γίνεται πολύς λόγος, δεν σ’ ελησμόνησε καθόλου. Έμαθε ότι έχεις εκατό χιλιάδων περιουσία, και ήλθε να του μετρήσης της εξήντα. Σου κάμνει, ως βλέπεις, χάρι διά της άλλαι που μένουν.
Ο τρόμος του κ. Θωμά υπεχώρησεν εις την κατακυριεύσασαν αυτόν σφοδράν αγανάκτησιν διά το θράσος των αθλίων εκείνων ληστών. Να εισέλθωσι με τόσην τόλμην εις την οικίαν του ίνα τον απογυμνώσωσιν! Εσκέφθη να ωρμήση προς το παράθυρον επικαλούμενος εις βοήθειαν, αλλά και ταύτην και μυρίας άλλας σκέψεις αίτινες εν μια στιγμή διήλθον το πνεύμα αυτού, ταχέως απέρριψεν ως ματαίας και απεφάσισε να υποκύψη εις την αναπόφευκτον ανάγκην, βλέπων ότι πάν κίνημά του άφευκτον αποτέλεσμα θα είχε την θανάτωσιν αυτού τε και της συζύγου του και όλων των παρευρισκομένων. Απήντησε προς τον ληστήν ότι επειδή η περιουσία του συνέκειτο κατά το πλείστον εις κτήματα, δεν είχεν ουδέ κατά το ήμισυ, ποσόν οποίον το αιτούμενον, υπέσχετο δε επί λόγω τιμής να τω εγχειρίση αυτό εις το έπακρον, καθ’ όν τρόπον εκείνος ήθελε προσδιορίσει, συνάπτων δάνειον απέναντι των κτημάτων του.
-Κύριες Θωμά, απήντησεν ο ληστής με το αυτό πάντοτε ύφος, ας μη χάνωμε καιρό. Πείθομαι εις τους λόγους σου, αλλ’ όσο να εξοφληθή η υπόθεσίς μας, έχω ανάγκη ενός ενεχύρου. Η κυρία σου λοιπόν θα λάβη την καλωσύνη να έλθη τώρα μαζί μας, και δεν έχεις τίποτε να φοβηθής γι’ αυτήν. Όσο από καλοπέρασι, θα ήνε σαν στο σπήτι της και καλλίτερα. Φθάνει μόνο να πληρώσης καλά το χρέος σου και να μη ζητήσης να μας βλάψης, γιατί τότε αντί για τη γυναίκα σου, μόνο το κεφάλι της θα λάβης πίσω.
Μεθ’ όλας τας ματαίας διαμαρτυρήσεις του Θωμά και της συζύγου του, η Ελένη απήχθη σχεδόν λιπόθυμος υπό των ληστών, οίτινες φεύγοντες παρήγγειλαν ρητώς προς τον Θωμάν και τους λοιπούς παρευρισκομένους να μη κοινοποιήσωσι τίποτε εκ των διατρεξάντων εάν δεν παρέλθη μία ακριβώς από της στιγμής εκείνης ώρα, διότι άλλως η αιχμάλωτος θ’ απεκεφαλίζετο ευθύς καθ’ οδόν. Συνάμα δε παρήγγειλαν εις τον απεγνωσμένον οικοδεσπότην να έχη το χρηματικόν ποσόν έτοιμον εντός τριών ημερών διότι μετά τρείς ακριβώς ημέρας θ’ αποσταλή το διά την παραλαβήν αυτών πρόσωπον, όπερ έπειτα θα τω παραδώση ασφαλώς την σύζυγόν του. Η συνοδεία μετά μικρόν εγένετο άφαντος εν τω σκότει της νυκτός, και επί μίαν όλην ώραν σιγή βαθεία απεκατέστη εν τη οικία του κ. Θωμά. Μόλις όμως το εκκρεμές εσήμανε την δευτέραν πρωϊνήν ώραν, και ταυτοχρόνως την σιγήν εν τω οίκω διεδέχθη γενική αναστάτωσις και αι περί του πρακτέου συζητήσεις. Την πρωΐαν ολόκληρος η πόλις εγνώριζε την κατά την παρελθούσαν νύκτα εν τη οικία του Θωμά τελεσθείσαν απαγωγήν.
Την τρίτην ημέραν ο κ. Θωμάς περιέμενεν έχων έτοιμον το δια τους ληστάς ποσόν, αλλ’ η ημέρα αύτη παρήλθε και το πρόσωπον περί ού εγένετο λόγος δεν εστάλη. Μετ’ άκρας ανησυχίας ο ατυχής σύζυγος είδε και την επομένην ημέραν παρελθούσαν εν ματαία προσδοκία, η ανησυχία του δε αύτη εκορυφώθη, οπότε και πέμπτη ημέρα παρήλθε χωρίς ο απεσταλμένος των ληστών να φανή.
Η στρατιωτική δύναμις, ης απέφευγε μέχρι τούδε να ζητήση την συνδρομήν, υπήρξεν ήδη το μόνον απομένον καταφύγιον. Διάφορα στρατιωτικά αποσπάσματα έσπευσαν ευθύς ανά την Όρθρυν και τα πέριξ χωρία, αλλά μετά παρέλευσιν πολλών εβδομάδων επέστρεφον άπρακτα, ουδέ ίχνος της ζητουμένης συμμορίας δυνηθέντα να εύρωσιν.
Έτος είχε παρέλθει χωρίς ουδέν εν τω μεταξύ ν’ ακουσθή περί της συζύγου του Θωμά και της μυστηριώδους συμμορίας, ενώ οι κάτοικοι της Β΄, δι’ ούς μία τοιαύτη τολμηρά απαγωγή και η μετ’ αυτήν εξαφάνισις ήτο τι πρωτοφανές αφέθησαν εις διαφόρους επί των γενομένων σκέψεις. Οι πλείστοι συνεπέραινον ότι η συμμορία εγένετο άφαντος εκ φόβου μη αφεύκτως συλληφθή κατόπιν τοιαύτης παράτολμον απαγωγής∙ υπήρχον όμως και τινές υποστηρίζοντες ότι αίτιος της γενομένης απαγωγής, ήτο όχι ο πλούτος του κ.Θωμά, αλλ’ αυτή η απαχθείσα, ής η καλλονή από πολλού είχεν επισύρει την προσοχήν του αρχηγού της συμμορίας. Οι τελευταίοι μάλιστα ούτοι συνώδευον τους συμπερασμούς των με μυρίας άλλας αορίστους υποθέσεις, λέγοντες ότι ο ληστής της Όρθρυος ηράτο από πολλού της Ελένης, και ότι, εν ή εποχή αύτη ήτο έτι κόρη, ενθυμούνται επισκεφθέντα δύο ή τρείς φοράς την πόλιν Β΄ αλλόκοτον τινα ξένον, περί ού τώρα φρονούσιν ανενδοιάστως ότι ήτον αυτός ο ληστής, ερχόμενος μετημφιεσμένος ίνα βλέπη την αγαπωμένην του. Άλλοι δε πάλιν εξέφερον ήδη αορίστους υπονοίας περί της ταυτότητος του εξαφανισθέντος ληστού προς το πρόσωπον μυστηριώδους παρελθόντος, εγκατεστημένον από ετών μετά της συζύγου του έν τινι μικρώ τουρκικώ χωρίω, αγορασθέντι ολοκλήρω δι’ ιδίων του χρημάτων.
Μόνος ο Θωμάς ηγνόει τι εξ όλων τούτων να υποθέση. Αλλ’ εφ’ όσον ο καιρός παρήρχετο χωρίς ουδέν να μανθάνη ούτος περί της απολεσθείσης συζύγου του, καθίστατο οσημέραι μελαγχολικώτερος, και την σήμερον, πάντοτε παραδεδομένος εις την θλίψιν του, απεφεύγει πάσαν συναναστροφήν, διάγων βίον εντελώς μονήρη.
Το δυστύχημα όμως τούτο του κ. Θωμά και η διά παντός εξαφάνισις της ατυχούς αυτού συζύγου είχε και το αγαθόν της αποτέλεσμα, διότι τριάκοντα έκτοτε έτη έχουσι παρέλθει χωρίς πλέον ν’ ακουσθή τι περί του αλλοκότου ληστού, ούτινος η εξαφάνισις επανέδωκε την ησυχίαν εις τα περί την Όρθρυν μέρη.»
* *
*
Αυτά μοι διηγείτο εσπέραν τινά του θέρους, καθ’ ό είχον μεταβή εις την πόλιν Β΄, ο εκεί γηραιός εκ πατρός φίλος μου Χ… Εις πάντας εν γένει τους κατοίκους της πόλεως ταύτης είνε γνωστόν το ανωτέρω συμβάν του κυρίου Δρόση, αλλ’ είς εκ των κάλλιστα γινωσκόντων τούτο είνε ο γηραιός Χ…., όστις συνέβη να παρευρίσκηται εις την εσπερίδα του κ. Θωμά μετά των λοιπών κεκλημένων κατά την κακήν εκείνη νύκτα των απόκρεω.
Κ. Ι. ΠΡΑΣΣΑΣ


ΕΙΚΟΝΑ


 Εικ.1 Προμετωπίδα της περιοδικής έκδοσης «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ».


ΠΗΓΗ

Περιοδική έκδοση Ακρόπολις Φιλολογική, Τόμ. 1, Αρ. 45 (1888), σελίδες 712-713.



Δημοσίευση σχολίου