ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

ΤΣΕΡΝΟΒΙΤΙ: ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ ΤΗΣ ΟΘΡΥΟΣ


6α. Η εποχή της ληστοκρατίας
Αμέσως μετά την απελευθέρωση και το σχηματισμό ελληνικού κράτους στην περιοχή της Φθιώτιδας άνθισε το φαινόμενο της ληστείας. Μάλιστα η έκτασή του ήταν τόσο μεγάλη ώστε σήμερα η επιστημονική κοινότητα χρησιμοποιεί τον όρο ληστοκρατία. Τα αίτια της ανάπτυξής του είναι πολυποίκιλα και δεν μπορούν να εξετασθούν αναλυτικά εδώ (για τη ληστεία στη Φθιώτιδα βλέπε: http://pyrgosnews.blogspot.com/search/label/ΑΦΙΕΡΩΜΑ - Η Ληστοκρατία στην Φθιώτιδα (1).
Η ορεινή φύση του εδάφους και η παραμεθόρια θέση των χωριών της Φθιώτιδας συνετέλεσαν στο να γίνει η περιοχή θέατρο εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Αποσπάσματα της Οροφυλακής (μετέπειτα ονομάσθηκε Βασιλική Χωροφυλακή) καταδίωκαν τις συμμορίες των ληστών (Εικ.1,2). Όταν η πίεση από την ελληνική πλευρά γινόταν αφόρητη, οι ληστές διάβαιναν την οριογραμμή και κατέφευγαν σε οθωμανικό έδαφος, το λεγόμενο «τουρκικό» (σημερινή Θεσσαλία). Το αντίστροφο συνέβαινε με την καταδίωξή τους εκ μέρους των Οθωμανών δερβεναγάδων της Θεσσαλίας (πλουσίων Αλβανών μουσουλμάνων, καταγομένων από επιφανείς φάρες, π.χ. της φάρας των Φράσερι). Όσοι δεν «προσκυνούσαν» κατέφευγαν στην τότε παραμεθόρια Φθιώτιδα.
Κορυφαία στιγμή της περιόδου της ληστοκρατίας στη Φθιώτιδα αποτελεί η εξόντωση του εισαγγελέα Ροζάκη από τη Μάνη και του ανακριτή Αγγελή από τη Λειβαδιά. Οι δύο αυτοί ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί φονεύθηκαν από τη συμμορία του Παπακυριτσόπουλου το 1894 [για το γεγονός αυτό βλέπε: Αιχμαλωσία και φόνος δικαστών από ληστές στη Μπεκή (σημ. Σταυρός) το 1894, του Μπεκιώτη (Αναδημοσίευση)].
Ορισμένοι ληστές, όπως ο Χρήστος Νταβέλης, που έδρασε στην Αττικοβοιωτία, έγιναν θρύλος στη συνείδηση του λαού της Ρούμελης γι’ αυτό τραγουδήθηκαν ιδιαίτερα (δημοτικά τραγούδια για το Νταβέλη: Μας πήρε η μέρα κι η αυγή και Κατακαημένη Αράχωβα ).
Πολύτιμο γραπτό ντοκουμέντο για τις επιχειρήσεις εναντίον των ληστών κατά την περίοδο 1836-37 αποτελεί το Ημερολόγιο του Νικολάου Κασομούλη (1795-1872). Ανδριάντας του υπάρχει σήμερα σε πάρκο της Στυλίδας πλησίον της εξόδου προς Εθνική Οδό. Ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο Στυλίδας. Στο Ημερολόγιο αναφέρονται λεπτομερώς οι μετακινήσεις του για επιθεώρηση και καθοδήγηση των καταδιωκτικών αποσπασμάτων, καθώς και οι μετακινήσεις των ληστών (25 Φεβρουαρίου 1836 - 30 Οκτωβρίου 1837). Είναι η χρονική περίοδος της υπηρεσίας του στην Οροφυλακή, η οποία με επικεφαλής το Βάσο Μαυροβουνιώτη (Εικ.3) προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη στην παραμεθόρια Φθιώτιδα.
Παρατίθενται αυτούσια τα αποσπάσματα του κειμένου του Ημερολογίου, όπου αναφέρεται το Τσερνοβίτι.

«― 22 Απριλίου ημέρα Τετάρτη.
...... Την αυτήν με αριθ. 227 διαταγήν ο συνταγματάρχης διώρισε τον ταγματάρχην Τριαντάφυλλον Τζιουράν να συγκεντρωθεί εις Γαρδίκι και να προσέχει από Σιούρπην έως Τσερνοβίκι το αν(ατολικόν) μέρος Λαμίας……[1].
― 24 Μαϊου ημέρα Κυριακή.
...... εδείξαμεν την σειράν των βουνών και των ορίων του ανατολικού μέρους έως επάνω από το Τζερνοβίκι οπού εφαίνετο και δυτικώς έως του Ζαχαράκη την βρύσιν και εκείθεν οπού εφαίνετο η σειρά των βουνών……[2].
― 29 Μαΐου ημέρα Παρασκευή.
...... Την αυτήν ο Λάζαρος Μαυροβουνιώτης ήλθεν από Τζερνοβίτι……[3].
― 25 Ιουνίου ημέρα Πέμπτη.
...... Εντεύθεν κινήσαντες προς το εσπέρας μετέβημεν εις Τζερνοβίτι χωρίον, οπού ήτον η ημιλοχία του Βου λόχου τοποθετημένη, και εις το οποίον συνοίκησαν και οι φαμελιές του Δροσοθανάση, Μολοτζαίων και Τζιμαίων, καπιταναίων ελλήνων εις την τουρκικήν δούλευσιν ευρισκομένων εις έν τουρκικόν οίκημα οχυρόν. Εις το χωρίον τούτο μόλις ευρίσκοντο έως 10 φαμελιές πολλά δυστυχισμένες από τον καιρό της επαναστάσεως και της καταδρομής των ληστών κατά το 1836. Εμείναμεν αυτό το εσπέρας εκεί.
― 26 Ιουνίου ημέρα Παρασκευή
Πρωΐ εκινήσαμεν από Τζερνοβίτι περί τάς 6 1/4 της ώρας και εφθάσαμεν εις Τρία Ποτάμια προς τα μεθόρια περί τας 8 3/4 της ώρας και ηύραμεν τοποθετημένον τον Δον λόχον του Αου τάγματος εις καλήν τάξιν και αρμονίαν. Αυτού είχε και τας σκηνάς του και την στάνην του ο Ζυγογιάννης αρχιποιμήν......[4].
― 2 Σεπτεμβρίου Τετάρτη
Αυγή μετέβημεν εις Τσερνοβίτι …….Την αυτήν περί τας 8 ώρας μ.μ. επαρρησιάσθησαν οι κατατρεγμένοι γραμματικοί του Δρόσου και μερικοί άλλοι σωθέντες από τους Τούρκους……[5].
― 7 Σεπτεμβρίου ημέρα Δευτέρα.
Ο Μήτρος Λάππα λοχαγός, διαβάς από Τζερνοβίτι να λάβει την άδειαν, μας εδιηγήθη, ότι τον αδελφόν μόνον του Χρόνου συνέλαβον οι Τούρκοι και εκρέμασαν εις τον Βόλον, ο δε Χρόνος εσώθη.
― 8 Σεπτεμβρίου ημέρα Τρίτη, της Παναγίας.
Την αυγήν εξελθόντες από Τζερνοβίτι μετά μιάς ώρας οδοιπορίας εφθάσαμεν εις το χωρίον Σπαρτιά……[6].
― 17 Σεπτεμβρίου ημέρα Πέμπτη.
.......Με υπ΄αρ. 637 διαταγήν προς την διοίκησιν του Αου τάγματος εδιατάξαμεν να αφοπλίση τον αδελφόν του Δροσοθανάση και λοιπούς 17 φυγάδας εις Τσερνοβίτι και να δώση αποδεικτικά προς αυτούς των όπλων των.
― 18 Σεπτεμβρίου ημέρα Παρασκευή.
......Εγράψαμεν……εάν τοποθετηθούν τα στρατεύματα……καμμίαν ασφάλειαν δεν έχουν τα προς μεθόρια 14 χωρία και επομένως το σώμα να τοποθετηθή, εάν εγκρίνη, ούτως: ……εις Σπαρτιάν μία ημιλοχία, εις Τζερνοβίτι ομοίως ……[7].
―30 Οκτωβρίου ημέρα Παρασκευή.
......Μας ειδοποίησε και την μετάθεσιν του Λόχου Αου εις Σπαρτιά και Τζερνοβίτι ……[8].
― 31 Οκτωβρίου - ημέρα Σάββατο, Γαρδίκι.
......Επαρρησιάσθη ο λοχαγός Κρεκούκης εις τον αρχηγόν, όστις εδιετάχθη να διορίση τον ανθυπολοχαγόν Δρίζην εις την ημιλοχίαν Τζερνοβιτίου και επιπλήχθη, διότι άφησε την ημιλοχίαν χωρίς την διοίκησιν αξιωματικού, ενώ υπάρχουν δύο υπολοχαγοί και ανθυπολοχαγός και ακόμη να διατάξη να παρρησιασθή ο λοχίας Στέργιος εις τον αρχηγόν….[9].
― 14 Δεκεμβρίου ημέρα Δευτέρα.
......Εδιατάχθη ο λοχίας να μεταβή αμέσως να φέρει τους βοσκούς να παρρησιασθούν και τους έφερε την νύκτα και ήσαν ο υιός του Τζιαγιάννη και του Μουλαρά, 4 κοπάδια εις τον Πάλον πλησίον ευρόντες και εφυλακίσθησαν εκείνο το εσπέρας όλην την νύκτα και την αυγήν παρρησιασθέντες επιπλήχθησαν αυστηρώς και……(τα αποσιωπητικά πιθανώς σημαίνουν και εδάρησαν).
― 15 Δεκεμβρίου ημέρα Τρίτη.
......Ευρόντες τον αξιωματικόν Γιάννην Στάμου επαρρησιάσθη και ο αρχιποιμήν Σαγιάννης, όστις επιπλήχθη μόνον απλώς……[10].
― 24 (Σεπτεμβρίου) ― ημέρα Παρασκευή.
......Εδιατάχθη η διοίκησις του Γου τάγματος να μεταθέση τους λόχους από τα ορεινά και τοποθετήση εις Σπαρτιάν, Τζερνοβίτι, ……η δε διοίκησις να συγκεντρωθή εις Νεράϊδαν……[11].
―15 Οκτωβρίου ημέρα Σάββατο.
......περί τοποθετήσεως του σώματος ανά ένα λόχον εις Νέαν Μιτζέλαν…… Σπαρτιά Τζερνοβίτι……τας δε προκατεχομένας θέσεις να τας αφήσωμεν εις του Μαμούρη το σώμα……[12].
― 26 Οκτωβρίου (ημέρα) Τρίτη, εορτή του Αγίου Δημητρίου.
......Οι Τζερνοβιτιώτες παραπονεθέντες δια την στενοχωρίαν των καταλυμάτων, διέταξεν ο αρχηγός την μίαν ημιλοχίαν του Δου εκείσε λόχου να μεταβή πλησίον της διοικήσεως του τάγματος, τους δε περί του τάγματος στρατιώτας να τους απολύση...[13].

Στα πλαίσια λοιπόν της πάταξης του ληστρικού φαινομένου και επιτήρησης της μεθορίου, ο Νικόλας Κασομούλης πραγματοποιεί ελέγχους και επιθεωρήσεις των εγκαταστημένων λόχων και ημιλοχιών στα παραμεθόρια χωριά. Στην Ανατολική Φθιώτιδα, για ενάμισι έτος, πραγματοποίησε δέκα περιοδείες από Λαμία έως Σούρπη: ως εξής:
1η περιοδεία: (13 έως 24 Απριλίου 1836): ξεκινάει από Λαμία με τον νομάρχη Φθιωτιδοφωκίδος και ακολουθεί τη διαδρομή Λαμία-Στυλίδα-Γαρδίκι[14]-Άγιοι Θεόδωροι-Σούρπη-Νέα Μιτσέλα[15]-Σούρπη-Πτελεός-Χαμάκου[16]-Γαρδίκι-Ράχες-Στυλίδα-Λαμία.
2η περιοδεία: (7 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου 1836): Λαμία-Στυλίδα-Άγιος Ιωάννης (κάτω από τις Ράχες)-Γαρδίκι-Πτελεός-Σούρπη-Νέα Μιτσέλα-Σούρπη-Γαύριανη-ανάβαση στο βουνό Σιαμαντήρας απέναντι από το Γερακοβούνι (Γκιούζι)-στάνη του Κώστα Κωστούλα πάνω από τη Σπαρτιά-Τσερνοβίτι-Τρία Ποτάμια στη στάνη του Ζυγογιάννη-Αρνόβρυση (συνάντηση με Νουροντίναγα, τον Αγά του Αλμυρού και Δροσοθανάση)-στάνη του Πεπόνα στη θέση Ζυγός του βουνού Αρκουδοπούρναρο-Ελαφόβρυση-Δρίστελλα (καλύβα Πεπόνα)-Λογγίτσι-Δίβρη-Μονή Αντίνιτσας-Δερβέν Φούρκα-Λαμία.
3η περιοδεία: (17 Αυγούστου έως 3 Σεπτεμβρίου 1836): Λαμία-Στυλίδα-Αχλάδι-Γαρδίκι-Τσερνοβίτι-Σπαρτιά-Γαρδίκι-Πτελεός-Σούρπη-Νέα Μιτσέλα-Σούρπη-Άγιοι Θεόδωροι-Γαρδίκι-Αχινός-Στυλίδα-Λαμία.
4η περιοδεία: Στυλίδα-Σούρπη-Πτελεός-Χαμάκου-Γαρδίκι-Στυλίδα.
5η περιοδεία: (14 έως 23 Δεκεμβρίου 1836): Στυλίδα-Σπαρτιά-Μύλοι-Γαρδίκι-Πτελεός-Σούρπη-Νέα Μιτσέλα-Σούρπη-Γαρδίκι-Στυλίδα-Λαμία.
6η περιοδεία: (7 έως 12 Ιανουαρίου 1837): Στυλίδα-Αχινός-Γαρδίκι-Σούρπη-Νέα Μιτσέλα-Σούρπη-Γαρδίκι-Ράχες-Στυλίδα.
7η περιοδεία: (30 Απριλίου έως 30 Μαϊου 1837): Στυλίδα-Ράχες-Γαρδίκι-Σούρπη-Νέα Μιτσέλα-Σούρπη-Γαύριανη-Γαρδίκι-Αχινός.
8η περιοδεία: (7 έως 14 Ιουλίου 1837): Στυλίδα-Ράχες-Γαρδίκι-Μύλοι-Αχινός-Στυλίδα-Λαμία.
9η περιοδεία: (16 έως 27 Ιουλίου 1837): Λαμία-Στυλίδα-Ράχες-Γαρδίκι-Σούρπη-Πτελεός-Χαμάκου-Γαρδίκι-Στυλίδα.
10η περιοδεία: (16 έως 27 Οκτωβρίου 1837): Στυλίδα-Γαρδίκι-Χαμάκου-Πτελεός-Σούρπη-Νέα Μιτσέλα-Πτελεός-Χαμάκου-Γαρδίκι-Μύλοι-Σπαρτιά-Στυλίδα.
Από το Τσερνοβίτι πέρασε κατά τη 2η και 3η περιοδεία του. Συγκεκριμένα κατά τη 2η περιοδεία (7 Ιουνίου-6 Ιουλίου 1836) έφτασε στο Τσερνοβίτι την Πέμπτη 25 Ιουνίου 1836. Βρήκε εκεί εγκατεστημένη μία ημιλοχία ανδρών (μισός λόχος) και τις οικογένειες των καπεταναίων Δροσοθανάση, Μολοτζαίων και Τζιμαίων, που ήρθαν από το «τουρκικόν» (Θεσσαλία). Ήταν εγκαταστημένες σε «έν τουρκικόν οίκημα οχυρόν». Πρόκειται για οίκημα, το οποίο πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε κατά την ύστερη Τουρκοκρατία ως κατοικία του Οθωμανού Αγά. Το οίκημα βρισκόταν χαμηλά στην είσοδο του χωριού, όπου και ο μικρός στρατώνας για τη στέγαση της φρουράς. Όλα αυτά αργότερα καταστράφηκαν. Στη θέση τους κτίσθηκαν σπίτια.
Ο πληθυσμός του Τσερνοβιτίου την εποχή αυτή ανέρχεται σε 10 οικογένειες (περίπου 50 άνθρωποι) δυστυχισμένες και ταλαιπωρημένες εκ «της καταδρομής των ληστών κατά το 1836». Ο αριθμός των κατοίκων προφανώς ήταν μεγαλύτερος. Λόγω όμως των ταραγμένων πολιτικών γεγονότων διασκορπίστηκαν στη γύρω ορεινή περιοχή. Σιγά-σιγά άρχισαν να επιστρέφουν, όταν επανήλθε η ειρήνη. Ως «καταδρομή ληστών» χαρακτηρίζεται η αντικυβερνητική εξέγερση, η οποία άρχισε το Φεβρουάριο του 1836. Ξεκίνησε με την ανταρσία εναντίον του Όθωνα. Συντάραξε όλη τη Στερεά Ελλάδα, Δυτική και Ανατολική.
Ο Νικόλας Κασομούλης, εκπροσωπώντας την κυβέρνηση, δραστηριοποιείται στην περιοχή[17]. Τα ταραγμένα γεγονότα ήταν ακόμη πολύ νωπά. Γι’ αυτό οι κάτοικοι του Τσερνοβιτίου και των γειτονικών χωριών ζούσαν υπό καθεστώς φόβου. Από τη γραπτή αυτή πηγή αντλείται η πληροφορία ότι το Τσερνοβίτι είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους του το 1821 και το 1836.
Κατά την 3η περιοδεία ο Νικόλας Κασομούλης επανέρχεται στο Τσερνοβίτι στις 2 Σεπτεμβρίου 1836. Παραμένει μία εβδομάδα και αναχωρεί για Σπαρτιά στις 8 Σεπτεμβρίου 1836.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1836 αφοπλίζεται στο Τσερνοβίτι από την ημιλοχία ο αδελφός του λήσταρχου Δροσοθανάση και άλλοι 17 ληστές.
Στις 31 Οκτωβρίου 1836 διορίζεται ο ανθυπολοχαγός Δρίζης διοικητής στην ημιλοχία Τσερνοβιτίου. Η ημιλοχία είχε μείνει χωρίς διοικητή, γεγονός που προκάλεσε την οργή του αρχηγού Βάσου Μαυροβουνιώτη.
Αρκετοί άνδρες ήταν εγκαταστημένοι μέσα στα σπίτια των κατοίκων του Τσερνοβιτίου. Οι κάτοικοι, επειδή τα σπίτια ήταν μικρά και δεν χωρούσαν οι ίδιοι, παραπονέθηκαν στον αρχηγό για τη δυσκολία της συγκατοίκησης. Ο αρχηγός φρόντισε να ικανοποιήσει το αίτημά τους και να ομαλοποιήσει τη συνύπαρξη κατοίκων-στρατιωτών.
Τα χρόνια που ακολούθησαν η ληστεία δεν μπορούσε να παταχθεί αποτελεσματικά από το κράτος. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις συνεχιζόταν. Μερικές φορές παρουσιαζόταν ιδιαίτερη έξαρση.
Στις 8 Ιανουαρίου 1856 έξω από το Τσερνοβίτι φονεύθηκε από ελληνικό απόσπασμα ο λήσταρχος Αναστάσιος Γκουρμάτσος (Κορμάζος;) ή Ραχιώτης από τις Ράχες Φθιώτιδας[18]. Μόλις είχε μπει στην Ελλάδα από το οθωμανικό έδαφος (Θεσσαλία). Συμμετείχε στη ληστεία στους Ωρεούς Ευβοίας το 1848 με θύματα δύο Οθωμανούς γαιοκτήμονες και μερικούς ευκατάστατους Έλληνες. Η αμοιβή του από τη ληστεία αυτή ήταν 395 δραχμές. Παλαιότερα είχε καταταχθεί και στο σώμα του καπετάνιου Βελέντζα. Το 1853 είχε καταταχθεί στην Β΄ τάξη των ληστών και δινόταν αμοιβή 2.000 δραχμών για το φόνο του ή 1.000 δραχμών «επί τη αποτελεσματική καταδείξει της φωλεάς του» (Εικ.4).
Το 1867 πραγματοποιείται στην Ελληνική Βουλή συζήτηση για το πρόβλημα της ληστείας στη Φθιώτιδα. Ο βουλευτής Βαλασόπουλος εκθέτει αναλυτικά την κατάσταση[19]. Αναδημοσιεύονται εδώ όσα τμήματα της συζήτησης αφορούν την περιοχή Ανατολικής Φθιώτιδας. Διαφαίνεται η τραγικότητα της κατάστασης:

«Περιγραφή της καταστάσεως της δημοσίας ασφαλείας εν Φθιώτιδι μέχρι τέλους Ιουνίου 1867».

σελίδα 144
…..Οι λησταί αποβαλόντες πάντα φόβον της εξουσίας και πολλαπλασιασθέντες εκ της κατά τα μεθόρια ανωμαλίας, παρήτησαν τα όρη και επλημμύρισαν τα χωρία της Φθιώτιδος, ένθα διεπράξαντο ανεκδιήγητα·εκ τούτων μνημονεύομεν ολίγα τινά.
Το πάσχα όλαι οι ληστρικαί συμμορίαι συνέφαγον εντός των χωρίων μετά των χωρικών εν παντελεί αφοβία και αταραξία, οίον η ληστρική συμμορία του Δεδούση εν τω χωρίω Κάψι, η συμμορία του Σπανού εν τω χωρίω Αυλάκι κειμένω εις τα
σελίδα 145
πρόθυρα της Λαμίας και Στυλίδος……αι δε συμμορίαι των Αρβανιτοβλάχων, Μπόλια και λοιπών εις διάφορα χωρία των δήμων Φαλάρων, Κρεμαστής Λαρίσσης και Πτελεατών, και άλλαι συμμορίαι αλλού………
Αι συμμορίαι των Ντατσογιαναίων εδήωσαν, ήτοι εχαράτσωσαν το χωρίον Ράχες· η συμμορία του Βέμη το χωρίον Σπαρτιά· η συμμορία του Ιμπραΐμη το χωρίον Τσερνοβίκι· η συμμορία των Αρβανιτοβλάχων τα χωρία Γλύφα και Χαμάκου· η συμμορία του Δίπλα τα χωρία Σουβάλα, Γαυριανή και Αγίων Θεοδώρων, και έλαβον ως χαράτσωμα από έκαστον των χωρίων τούτων ανά δύω και επέκεινα χιλιάδας δραχμών…….
Πολλά των θερινών βοσκημάτων της Φθιώτιδος διέθεσαν οι λησταί και έλαβον αυτοί τα ενοίκια, τοποθετήσαντες αυτοί τους ποιμένας, ως εν παραδείγματι, βοσκήματα εις τον δήμον Φαλάρων, Κρεμαστής Λαρίσσης και Πτελεατών. Ο δε αρχιληστής Τσούκας απήτησεν από την κοινότητα Στυλίδος, επί ποινή καταστροφής αυτής, να ενοικιάση προς αυτόν τα χειμερινά κοινοτικά λειβάδια επί δύω έτη.
Τα προϊόντα των ποιμνίων των κατοίκων και των ποιμένων ουχί χάριν τροφής, αλλά και κερδοσκοπίας εκαρπώθησαν οι λησταί, Οι λησταί επώλησαν προς τους λεγομένους γαλατάδες το γάλα πολλών ποιμνίων προς κατασκευήν ξηροτύρων· το γάλα των ποιμνίων του χωρίου Τσερνοβιτσίου επώλησαν οι λησταί προς τους γαλατάδες δι’ επτακοσίας δραχμάς……….
Βουκόλον τινά καταδείξαντά ποτε ληστρικήν συμμορίαν εκρεούργησαν. Τον εκ του χωρίου Νίκοβας αγωνιστήν Ζέρβαν, διότι είχε ποτέ καταδιώξει την συμμορίαν Τσούκα, συλλαβούσα αυτόν, αφού απανθρώπως τον εβασάνισε, τον εκρεούργησεν…….
σελίδα 146
…..Έτεραι συμμορίαι ηχμαλώτισαν δύω μεν κατοίκους του χωρίου Πτελεού, τρείς κατοίκους του χωρίου Σούρπης και τον υιόν του ευπόρου Μουστάκα εκ του χωρίου Νεράϊδας…..»

Από την ομιλία του Βαλασόπουλου προκύπτουν για το Τσερνοβίτι τα εξής:
1) Το 1867 πλήρωσε φόρο (χαρατσώθηκε) στο λήσταρχο Ιμπραΐμη, μουσουλμάνο αλβανικής καταγωγής. Το 19ο αιώνα υπήρχαν πάρα πολλές μικτές ελληνοαλβανικές συμμορίες (π.χ. του Μέντσο Μελισσόβα), οι οποίες δρούσαν στα παραμεθόρια του ελληνικού και οθωμανικού εδάφους. Σε άλλο σημείο του κειμένου της ομιλίας αναφέρεται η συμμορία του Αβδούλη (Αμπντούλ).
2) Οι ληστές πούλησαν το γάλα από τα κοπάδια των κατοίκων του Τσερνοβιτίου στους γαλατάδες και εισέπραξαν 700 δραχμές, ποσό υπέρογκο για την εποχή. Προκύπτει το συμπέρασμα ότι το 1867 η κτηνοτροφία γνώριζε ανάπτυξη στο Τσερνοβίτι.
Από το κείμενο προκύπτει και ένα όνομα αγωνιστή της Επανάστασης του 1821 από το γειτονικό Άνυδρο (τότε Νίκοβα). Πρόκειται για κάποιον Ζέρβα, τον οποίο κυριολεκτικά κομμάτιασαν, αφού πρώτα τον βασάνισαν απάνθρωπα. Τιμωρήθηκε έτσι γιατί κάποτε καταδίωξε τη συμμορία του Τσούκα. Το Άνυδρο (Νίκοβα) το 1821 βρισκόταν στη θέση όπου σήμερα υπάρχει το τοπωνύμιο Παλιονίκοβα και ο ναός των Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Για την περίοδο της ληστοκρατίας υπάρχουν και αρκετές προφορικές μαρτυρίες κατοίκων του Τσερνοβιτίου, όπως αυτή για το ληστή Μπουρέκα και τον πλάτανό του. Ακολουθούν άλλες δύο μαρτυρίες του κ.Αθανασίου Κούτρα, όπως μεταφέρθηκαν από την κόρη του Ευαγγελία:
«1. Το Χριστόδουλο Κούτρα τον είχαν πιάσει κλέφτες. Ζητώντας λύτρα έστειλαν το ένα αυτί κομμένο ως απόδειξη ότι δεν αστειευόταν. Όταν δόθηκαν τα λύτρα, οι κλέφτες δεν ικανοποιήθηκαν και τον έριξαν από ένα γκρεμό αλλά αυτός τελικά επέζησε μέχρι τα βαθειά γεράματα»
2. Στο Στενό (τοπωνύμιο) υπάρχει μια σπηλιά που λέγεται του Σαμαρά. Εκεί εντοπίσθηκαν από τη χωροφυλακή τρεις κλέφτες: ο Σαμαράς, ο Κούτρας (Πέτρος ή Γιάννης) και άλλος ένας. Ο Σαμαράς σκοτώθηκε, ο Κούτρας τραυματίστηκε αλλά κατάφερε να ξεφύγει χωρίς να πάει μακριά, αφού ήταν τραυματισμένος. Τότε πέρασε ο Πάλλας και του ζήτησε να ειδοποιήσει τους άλλους κλέφτες. Όμως αυτός ειδοποίησε την αστυνομία στο Γαρδίκι (Πελασγία) και τον συνέλαβαν. Ο τρίτος κλέφτης ξέφυγε».
  Η μέθοδος αποκοπής του αυτιού, ως αποδεικτικό στοιχείο ότι ο αιχμάλωτος βρίσκεται στα χέρια των ληστών, είναι κλασσική. Το γεγονός που περιγράφεται ότι συνέβη στην τοποθεσία Στενό, συνέβη προ του 1926, έτος κατά το οποίο το αναφερόμενο Γαρδίκι μετονομάσθηκε σε Πελασγία.
Πάντως με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (1881) και τη μετατόπιση των συνόρων προς βορρά, μετατοπίζεται βορειότερα και η ληστρική δραστηριότητα, ανακουφίζοντας κάπως τον πληθυσμό της περιοχής.
Παρόλα αυτά η ληστεία στην περιοχή οριστικά πατάχθηκε επί Ελευθερίου Βενιζέλου κατά τη δεκαετία του 1920-30.



ΣΧΟΛΙΑ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ
[1] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδες 93 και 94.
[2] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 114.
[3] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 117.
[4] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 127.
[5] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 165.
[6] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 168.
[7] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 174.
[8] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 191.
[9] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 191.
[10] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 207.
[11] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 259.
[12] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 263.
[13] Κασομούλης Ν., Ημερολόγιον. Εξ αγνώστου και το πρώτον νύν εκδιδομένου χειρογράφου. Επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια, Αθήναι 1971, σελίδα 265.
[14] Είναι το παλιό όνομα της Πελασγίας.
[15] Το παλιό χωριό καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 και οι κάτοικοί του έκτισαν το νέο χωριό.
[16] Οι κάτοικοί του αργότερα ίδρυσαν σε άλλη θέση το Αχίλλειο.
[17] Για το κίνημα του 1836 βλέπε: 1)Κολιόπουλος Ι., Περί λύχνων αφάς. Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.). Θεσσαλονίκη 1994, σελίδα 20 κ.ε. και 2)Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄ σελίδες 63 και 64.
[18] Κολιόπουλος Ι., Περί λύχνων αφάς. Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.). Θεσσαλονίκη 1994, σελίδες 188, και 189.
[19] Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής, Περίοδος Α΄, Σύνοδος Γ΄, σελίδες 144-146. Ευχαριστώ τον κ. Πέτρο Μεχτίδη για την υπόδειξη του παρόντος.





 
ΕΙΚΟΝΕΣ



 Εικ.1 Ληστές και βοσκοί στη Φθιώτιδα. Σχέδιο του E.Ronjat σύμφωνα με φωτογραφίες.


 Εικ.2 Άνδρες της Οροφυλακής (μετέπειτα Βασιλικής Χωροφυλακής) σε συνοριακή διάβαση.


Εικ.3 Ο αρχηγός των αποσπασμάτων Οροφυλακής Βάσος Μαυροβουνιώτης.


 Εικ.4 Το ΦΕΚ 1 (13 Ιανουαρίου 1854) με την επικήρυξη του ληστή Αναστάσιου Γκουρμάτσου.



ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ

Εικ.1: Ζήση Ι., Η Λαμία στις περιγραφές ξένων περιηγητών. Έντουαρτ Σάρτον: Ο Γύρος του κόσμου, Ταξίδι στην Ελλάδα 1877. Οι περιγραφές του περιηγητή Henri Bell για τη Φθιώτιδα-Λαμία. ΠΡΑΚΤΙΚΑ 4ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας (Ιστορία-Αρχαιολογία-Λαογραφία) 9, 10 και 11 Νοεμβρίου 2007, Λαμία 2010, σελίδα 68.
Εικ.2: Κολιόπουλος Ι., Περί λύχνων αφάς. Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.), Θεσσαλονίκη 1994.
Εικ.4: Αρχείο Σωτήρη Γ. Αλεξόπουλου.














Δημοσίευση σχολίου