ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

ΤΣΕΡΝΟΒΙΤΙ: ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ ΤΗΣ ΟΘΡΥΟΣ


Α. Ιστορία
1α. Ίδρυση – προεπαναστατικοί χρόνοι

Το Παλιχώρι
Η ίδρυση χωριού σε ορεινό και δυσπρόσιτο έδαφος κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες. Ο σημαντικότερος ήταν τα ιστορικά γεγονότα. Οι αναστατώσεις, που δημιουργούνταν εξαιτίας πολεμικών γεγονότων (επιδρομές, λεηλασίες, σφαγές αμάχου πληθυσμού), οδήγησαν τους ελληνικούς πληθυσμούς σε αναζήτηση ασφαλέστερου τόπου διαμονής στους ορεινούς όγκους. Το δυσπρόσιτο των ορέων και η οικονομική ανέχεια των φυγάδων, απέτρεπε τους επιδρομείς από τις λεηλασίες. Σύμφωνα με τον καθηγητή της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας Α.Βακαλόπουλο τα βουνά «έγιναν οι προστάτες των πλησιόχωρων πληθυσμών»[1]. Έγιναν οι σωτήρες του ελληνικού πληθυσμού. Εκεί αναπτύχθηκε το φιλελεύθερο πνεύμα και το αίσθημα της ελευθερίας. Οι πληθυσμοί αυτοί έπρεπε να επιβιώσουν κάτω από αντίξοες συνθήκες. Στα βουνά, μέσα από τη σκληραγωγία και τον ολιγαρκή τρόπο ζωής, γεννήθηκαν οι κλέφτες και τα πρώτα επαναστατικά κινήματα κατά των Οθωμανών.
Στη Φθιώτιδα επιπλέον παράγοντας για τη μετακίνηση του πληθυσμού στα ορεινά ήταν το ανθυγιεινό κλίμα του φθιωτικού κάμπου, εξαιτίας των βάλτων και των ελών, που αφθονούσαν εκείνη την εποχή. Οι μεταδοτικές αρρώστιες (π.χ. ελονοσία), έπαιρναν συχνά μορφή επιδημίας. Αντίθετα στα βουνά το κλίμα ήταν υγιεινό, ο αέρας καθαρός και οι συνθήκες, από άποψη υγιεινής, πολύ καλύτερες. Οι ορεινοί οικισμοί στον ελλαδικό χώρο, φυσικά και στη Φθιώτιδα άρχισαν να δημιουργούνται μετά τον 15ο αιώνα.
Στις κορυφές της Όθρυος είχε την έδρα του ένα από τα αρματολίκια της Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας. Η περιοχή υπήρξε θέατρο συγκρούσεων μεταξύ κλεφτών και οθωμανικών στρατευμάτων.
«Ενθύμηση» της 23ης Αυγούστου 1526 γραμμένη στο νάρθηκα της Άνω Μονής Ξενιάς μεταφέρει την πληροφορία για αιματηρές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή της Όθρυος: «† Έτους ζλδ΄ ινδ. Ιδ΄εν Βρύνινα αυγ. Κγ΄. Έγεινε μεγάλο κακό πολύς κόσμος υπόφερε από των κλεφτών και στρατευμάτων. Οι αγάδες έσφαξαν, έκαψαν, κούρσευσαν και δραγούμησαν»[2]. Η «Ενθύμηση» υποδηλώνει ταραγμένα χρόνια και σκηνές αλλοφροσύνης και φρίκης στην περιοχή της Όθρυος: το 1526, επί σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄ του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566)) πραγματοποιήθηκε εξέγερση κατά της Οθωμανικής διοίκησης. Για την καταστολή της ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης (τουρκ. beylerbeyi=Γενικός Διοικητής) Αγιάζ πασάς (τουρκ. Ayaspaşa) κινήθηκε εναντίον των εξεγερμένων κλεφτών της περιοχής. Η εξέγερση κατεστάλη και οι κάτοικοι υπέφεραν από τις συγκρούσεις, σφαγές και λεηλασίες
Άλλη σύγκρουση έλαβε χώρα στην Όθρυ κατά τα τέλη του 18ου αιώνα. Πληροφορίες αντλούνται από δημοτικό τραγούδι που δημοσιεύεται στο βιβλίο «Α.Ιατρίδου, Συλλογή Δημοτικών Ασμάτων παλαιών και νέων μετά διαφόρων Εικονογραφιών,Εν Αθήναις 1859, σελίδες 40, 41, 42». Το κείμενο έχει ως εξής (διατηρείται η ορθογραφία του):

«40
Μάχη του λησταρματωλού Λιάκου προς τους Τουρκαλβανούς του Αλή τυράννου της Ηπείρου.
Τραγώδι περί τα τέλη της παρελθούσης εκατονταετηρίδος.

Ακόμ’ αυτή την άνοιξι, ’φέτο το καλοκαίρι,
Θέλω να ‘πάγω αρματωλός, αρματωλός(1) και κλέφτης.
(1) Το ορεσίβιον τούτο σύστημα των αρματωλών, κατασταθέν υπό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ελογίζετο κατ’ εκείνους τους καιρούς το αξιολογώτερον σώμα, όπερ αποκλειστικώς υποχρεούτο εις καταδίωξιν της ληστείας, και εφύλατταν τας εις διάφορα μέρη στενωπούς, και ορεινά απεράσματα. Συνίστατο δε εις 17 αρματωλίκια, εκ του Αξιού ποταμού μέχρι του Ισθμού∙ τουτέστι, δέκα ήσαν εις Θεσσαλίαν και Λεβαδείαν τέσσερα εις Αιτωλίαν, Ακαρνανίαν και Ήπειρον και τρία εις Νότιον Μακεδονίαν. Ο δε βαθμός του Αρματωλουκαπετάνου ήτο ισόβιος και διαδοχικός. Μετά δε την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως, η Μουσουλμανική ακάθεκτος λύσσα, υποβλέπουσα μετ’ ανησυχίας το σύστημα τούτο, μη υποτασσόμενον εις τους νόμους των κατακτητών, εν διαφόροις δε περιστάσεσιν επιβούλως αποπειραθείσα την καταστροφήν αυτού, αν και επετύγχανε δυστυχώς  ενίοτε διά μηχανορραφιών και διαιρέσεων, διαφθείρουσα εν μέρει τους αρματωλούς τούτους, ούχ ήττον όμως οι αρειμάνιοι ούτοι άνδρες, επί των ορέων αυτών ευρίσκοντες προτείχισμα αποχρών, εις αντίστασιν τη των Οθωμανών δυνάμει, προς καιρόν ησύχως διετέλουν αυτόθι. Αείποτε όμως επάγρυπνοι φύλακες της ελευθερίας των, αντέχοντες και κρατούντες τα όπλα μετά στιβαράς χειρός, κατά των σατραπών του Σουλτάνου και των ορδών αυτών, εξερχόμενοι αθρόοι εκείθεν, απείρους καταστροφάς επέφερον ου μόνον επ’ αυτών, αλλά και επί διαφόρων χωρών υπ’ Οθωμανών κατωκημένων μέχρι των ημερών μας∙ εντεύθεν το Τουρκικόν Διβάνιον υποκρινόμενον, και την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενον ηναγκάζετο εκόν άκον ίνα διατηρή το σύστημα τούτο προς ησυχίαν των επαρχιών, και προσλαμβάνη υπομίσθια εις τους πολέμους του, διάφορα σώματα εκ των μαχιτών τούτων.

41
Ν’ αύγω ς της Γούρας τα βουνά,κι’ εις τα παλαιά λημέρια.
Τρία πουλάκια κάθονταν, μέσ’ ’ς το Γερακοβούνι∙(1)
Το ’να τηράει τον Αρμυρό, τ’ άλλο κατ’ το Ζητούνι.
Το τρίτο το καλήτερο, μοιρολογά, και λέγει.
-Προσκύνα Λιάκο τον Πασά προσκύνα το Βεζύρη.
Να σου χαρίση την ζωή, δερβέναγας να γένης.
-Όσ’ είν’ ο Λιάκος ζωντανός, Πασά δεν προσκυνάει.
Πασά ’χει ο Λιάκος τ’ άρματα, βεζύρη το σπαθί του∙
Και παληκάρια ’μάζωνεν, όλο λιονταροπαίδια.
Κ’ η παγανιαίς(2) επλάκωσαν, κονιάροι κι αρβανίταις.
(1)   Μία κορυφή των ορέων της Γούρας, (όρη της Όθρυος). Επί της κορυφής δε ταύτης βρύει ύδωρ ψυχρότατον και γλυκύ∙ σώζονται δε αυτόθι ταμπούρια (προμαχώνες) μέχρι τούδε, των κλεπτών.
(2)   Παγάνα, παγανιά∙ ίσως εκ του Λατιν. Paganales σημαινούσης πανήγυριν εθνικών, πληθύν κόσμου εις κίνησιν.

42
Κι ο πόλεμος εβάσταξε, δυό ‘μέραις και δυό νύχταις.
Πέφτουν τουφέκια ‘σαν βροχή, πιστόλια ‘σαν χαλάζι,
Φεύγουν κονιάροι ’π’ εμπροσθά, φεύγουν κι’ οι αρβανίταις,
Κτυπά κι’ ο Λιάκος(1) πίσω τους με το σπαθί στο χέρι.
(1)   Ο Λιάκος ούτος ήν Αλβανός, από τινος χωρίου, Παναρίτη, καλουμένου. Συνεκρότησε δε διαφόρους μάχας, μετά των εις καταδίωξιν αυτού πεμπομένων σωματαρχών παρά του τυράννου Αλή, οίον εις Άγραφα και εις Πέτραν της περιφερίας του Καρπενησίου, κατά το 1795∙ και πάντοτε εθριάμβευεν.»

Άλλη παραλλαγή αυτού του δημοτικού τραγουδιού είναι η εξής:
« ΤΟΥ ΛΙΑΚΟΥ
[Ο Παναγιώτης Λιάκος ήτο αλβανόφωνος κλέφτης εκ του χωρίου Παναρήτη. Δημοτικά τινα άσματα αφηγούνται μάχην αυτού προς τον Γιουσούφ Αράπην, πιθανώς κατά το 1806, ότε κατ' εντολήν του Αλή πασά εξεστράτευσεν ούτος προς καθυπόταξιν των κλεφτών της Στερεάς και της Θεσσαλίας. Η προς τον Βεληγκέκαν μάχη, την οποίαν αφηγείται το επόμενον άσμα, ίσως έγινε χρόνον τινά πρότερον, πιθανώς κατά τα τέλη του ΙΗ' αιώνος, διότι έν τισι παραλλαγαίς πλην του Βεληγκέκα μνημονεύεται και ο Βελή πασάς, ο νεαρός δηλ. υιός του Αλή, τον οποίον είχεν εγκαταστήση ούτος γενόμενος κύριος των Ιωαννίνων (1788) εν Θεσσαλία.].
Τρία πουλάκια κάθονται μέσ' 'ς το Γερακοβούνι,
το να τηράει τον Αρμυρό, τάλλο κατ' τό Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
"Ο Λιάκος τι να γίνηκε φέτο το καλοκαίρι,
να βγή 'ς της Γούρας τα βουνά, να βγη κατ' τό Ζητούνι,
να χαρατζώση τα χωριά κι' όλο το βιλαέτι;"
Ο Λιάκος αποκλείστηκε 'ς το Μπούμηλο 'ς τη ράχη.
Πολλή Τουρκιά τον πλάκωσε, Κονιάροι κι' Αρβανίταις.
"Προσκύνα, Λιάκο τον πασά, προσκύνα το βεζίρη,
να σου χαρίση τη ζωή, δερβέναγας να γίνης.
-Όσο 'ν' ο Λιάκος ζωντανός, πασά δεν προσκυνάει,
πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βεζίρη το ντουφέκι."
Κι' αρχίσανε τον πόλεμο τα βροντερά ντουφέκια.
Μέρα και νύχτα πολεμούν, τρεις μέραις και τρεις νύχταις
κι' ο Λιάκος έτρεξεν ομπρός με το σπαθί 'ς το στόμα.
Φεύγουν Κονιάροι από μπροστά, φεύγουν κ' οι Αρβανίταις.
Κλαίουν οι Αρβανίτισσαις 'ς τα μαύρα φορεμέναις,
κι' ο Βεληγκέκας γύρισε 'ς το αίμα του πνιμένος,
κι' ο Μουσταφάς λαβώθηκε 'ς το γόνα και 'ς το χέρι.
Πρωταγωνιστής των συγκρούσεων που περιγράφονται στο παραπάνω δημοτικό τραγούδι είναι ο λησταρματωλός Λιάκος. Εναντίον του κινήθηκαν οι αλβανικής καταγωγής (μουσουλμάνοι) στρατιώτες του Αλή Πασά με επικεφαλής το Βεληγκέκα και οι τουρκικής καταγωγής Κονιάροι του Μουσταφά. Ο προσδιορισμός Κονιάροι υποδηλώνει τον τόπο καταγωγής τους, το Ικόνιο (τουρκ. Konya) της Μικράς Ασίας. Ο όρος προσδιορίζει γενικότερα τους Τούρκους με καταγωγή την Ανατολή. Αντίθετα οι μουσουλμάνοι αλβανοί στρατιώτες του οθωμανικού στρατού προσδιορίζονται στο τραγούδι ως Αρβανίτες. Την εποχή αυτή η περιοχή της Όθρυος ανήκει στην «επικράτεια» του Αλή πασά.
Στην περιοχή της Όθρυος, κοντά στα Τρία Ποτάμια υπάρχει επίσης τοπωνύμιο «στ’ Κοντοβά τα ταμπούρια». Το επώνυμο Κοντοβάς απαντάται και σήμερα στην Ανατολική Φθιώτιδα. Εδώ πρόκειται για κάποιον κλέφτη, πρόγονο των σημερινών Κοντοβαίων.
Οι συγκρούσεις μεταξύ κλεφτών και Οθωμανών και οι άγριοι διωγμοί του τοπικού πληθυσμού αντανακλώνται σε τοπική παράδοση του Τσερνοβιτίου, όπως μεταφέρθηκε σε μένα από τον πατέρα μου Γεώργιο Ε. Αλεξόπουλο:
«Κάποτε, στα παλιά χρόνια, υπήρχε ένα χωριό σε ορεινότερο μέρος κοντά στο Τσερνοβίτι. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού, καταδιωγμένοι από τους Τούρκους, κρύφτηκαν σε τοποθεσία, όπου υπήρχε πυκνό δάσος από πουρνάρες (βελανιδιές). Μία μέρα από το λάλημα ενός κόκορα οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι μέσα στο δάσος υπάρχει χωριό. Έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν όλα, δάσος και ανθρώπους μαζί».
Η πρώτη ένδειξη για ύπαρξη χωριού, στην ορεινή περιοχή του σημερινού Κοινοτικού Διαμερίσματος Παλαιοκερασιάς είναι το τοπωνύμιο Παλιχώρι. Βρίσκεται σε υψόμετρο μεγαλύτερο από αυτό του Τσερνοβιτίου. Η ύπαρξή του πρέπει να τοποθετηθεί πριν τον 18ο αιώνα.
Ο οικισμός Παλιχώρι εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοί του κατέβηκαν χαμηλότερα στη θέση Τσερνοβίτι. Μετεγκατάσταση οικισμών έγινε και σε άλλα χωριά της περιοχής (Σπαρτιά, Νεράϊδα, κ.ά.). Η γειτονική Νίκοβα (σήμερα Άνυδρο) γνώρισε δύο μετεγκαταστάσεις: η πρώτη από την Αγία Παρασκευή στη θέση Παλιονίκοβα και η δεύτερη κατά τα μέσα του 19ου αιώνα από την Παλιονίκοβα στη σημερινή θέση.
Παρόμοιες μετεγκαταστάσεις οικισμών συναντώνται σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου. Ο γεωγράφος Ι.Λινάρδος αναφέρει ένα Παλιοχώρι σε απόσταση μισής ώρας ψηλότερα και βορειότερα του ιστορικού χωριού Αμπελακίων Θεσσαλίας. Το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα οι κάτοικοί του μετακινήθηκαν χαμηλότερα και σχημάτισαν τα Αμπελάκια[3]. Οι λόγοι της εγκατάλειψης του οικισμού οφείλονται στο ότι εξέλειπαν τα αίτια της εγκατάστασης εκεί των κατοίκων.


Ίδρυση Τσερνοβιτίου-Πληθυσμιακή Εξέλιξη
Η ετυμολογία της λέξης Τσερνοβίτι είναι αρκετά δύσκολη. Πρόκειται για σλαβωνύμιο, κατάλοιπο των σλαβικών εγκαταστάσεων στον ελληνικό χώρο τον 7ο αι. μ.Χ.. Εγκαταστάθηκαν ειρηνικά, ασχολήθηκαν με την γεωργία και κτηνοτροφία και αφομοιώθηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό. Σήμερα έμειναν μόνο μερικά τοπωνύμια για να θυμίζουν την παρουσία τους. Στην περιοχή της Μαγνησίας και Φθιώτιδας εγκαταστάθηκε το σλαβικό φύλο των Βελεγεζητών ή Βελζητών, το οποίο ανήκε στη νότια ομάδα των σλαβικών φυλών.
Ο Γερμανός σλαβολόγος Max Vasmer κατέγραψε παλαιότερα όλα τα σλαβωνύμια του ελληνικού χώρου, με αρκετές όμως παρερμηνείες. Κάποια ονόματα με ελληνική ρίζα τα παρουσίασε ως σλαβικά. Στο βιβλίο του αναφέρει 55 χωριά στη Φθιώτιδα. Μεταξύ αυτών και το Τσερνοβίτι ως εξής:
«51. Τσερνοβίτι ON, Kr. Phalara (Nuch., Stat. Ap., Lex.). Et steckt in dem Namen das slav. *čьrnъ »schwarz«, skr. cȓnī, bulg. cъrn, čъrn. Zur Bildung vgl. skr. goròvit »gebirgig« (Vuk) u. dgl.».
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Τσερνοβίτι Δήμου Φαλάρων. Προέρχεται από το σλαβικό όνομα .*čьrnъ(τσέρνι)=schwarz=μαύρος (στα Γερμανικά schwarz=μαύρος), ρίζα cȓnī(τσρνι), βουλγαρικά cъrn(τσερν), čъrn(τσερν). Για τη διαμόρφωσή του σύγκρινε goròvit (γκοροβίτ)=gebirgig=ορεινός (στα Γερμανικά gebirgig=ορεινός) και παρόμοια» [4].
Δηλαδή ο Vasmer μεταφράζει στα γερμανικά το čьrnъ=schwarz=μαύρος. Η λέξη Čьrnovitъ (Τσερνοβίτ) ισχυρίζεται ότι σχηματίζεται, όπως το goròvit (γκοροβίτ)=ορεινός από το gora (γκόρα)=όρος. Δηλαδή, όπως gora→goròvit έτσι čьrnъ→Čьrnovitъ. Αφήνει να εννοηθεί δηλαδή ότι όπως goròvit σημαίνει ορεινός Čьrnovitъ σημαίνει μαυριδερός.
Σε άλλο κεφάλαιο του βιβλίου του δίπλα στην ελληνική παραθέτει τη σλαβική γραφή (Τσερνοβίτι:* Čьrnovitъ)[5] [στην ετυμολογική προσέγγιση βοήθησε η Alexandra Trifonova, γνώστρια σλαβικών γλωσσών ενώ η μετάφραση των γερμανικών έγινε από το Νίκο Μπονόβα].

Η ενδιαφέρουσα ετυμολογική προσέγγιση που ακολουθεί προτείνεται από τον κ.Νικόλαο Σωκράτους:

«το παλιό χωριό ονομαζόταν Τσερνοβίτι, πιθανότατα κατά το Σλάβικο τοπωνύμιο Chernovtsi, (UKR) Чернівці, όπου Cherno= μαύρο. vtsi, αναγραμματισμός: vitsi, (SLO) Vič, αναγραμματισμός: Viče, που σημαίνει "δάκρυ". "Cernoviče". (τα σύμφωνα "β" και "τσ" δεν συνδυάζονται φωνολογικά στην Ελληνική Γλώσσα), βλ:http://en.wikipedia.org/wiki/Chernivtsi και www.mindat.org/min-992.html (μαύρο, κρυσταλλικό, σχιστολιθικό πέτρωμα όμοιο με τους μαύρους βράχους εκατέρωθεν του δρόμου που οδηγεί στο χωριό)».

Σχετική με την ίδρυση του χωριού είναι η παράδοση για το γκίνιασμα (εγκαίνια). Όταν αποφασίσθηκε η εγκατάσταση του χωριού στη συγκεκριμένη θέση, έζεψαν δύο μοσχάρια που δεν είχαν ξαναζευτεί σε αλέτρι και όργωσαν γύρω-γύρω με μία αυλακιά το μέρος, όπου θα γινόταν το χωριό. Κατόπιν τα έθαψαν σε λάκκο στην είσοδο του χωριού από το δρόμο της Πλατάνας. Παρόμοια τελετή εγκαινίων περιγράφεται αναλυτικά από τον Γιάννη Μακρή στο χωριό Σταυρός (Μπεκί)[6]. Με τον ίδιο τρόπο εγκαινιαζόταν και τα χωριά της Ηπείρου (Καπέσοβο)[7]. Ο εγκαινιασμός επιβαλλόταν για την πρόοδο του χωριού και την προστασία του από διάφορες επιδημίες.

Λίγο πριν την είσοδο του χωριού, αριστερά από το μονοπάτι υπάρχει ένας μεγάλος σωρός από πέτρες. Η τοποθεσία ονομάζεται Ανάθεμα. Από την προφορική παράδοση είναι γνωστό ότι όποιος ξένος περνούσε από εκεί, για το καλό του χωριού, έπρεπε να ρίχνει μία πέτρα στο σωρό και να λέει «ανάθεμα».
Το Ανάθεμα πρέπει να συσχετισθεί με την εποχή του Εθνικού Διχασμού (1916-1917) και τον αναθεματισμό του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο αναθεματισμός ξεκίνησε πρώτα από την Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 1916. Πραγματοποιήθηκε στο Πεδίο του Άρεως. Ο πρώτος λίθος ρίχτηκε από τον αρχιεπίσκοπο Θεόκλητο. Επεκτάθηκε σε όλη την Παλαιά Ελλάδα (για το θέμα βλέπε: http://www.sansimera.gr/articles/3). Περιγραφή της τελετής του αναθέματος στο Γαρδίκι Ομιλαίων βλέπε: http://gardikiomilaion.wordpress.com/2010/06/03/περίεργη-αυτή-η-κυριακή-του-δεκέμβρη/.
Το Τσερνοβίτι επί τουρκοκρατίας ήταν ένα από τα κεφαλοχώρια του καζά (τουρκ. kaza) Ζητουνίου. Ο καζάς Ζητουνίου (τουρκ. Izdin ή Zeitun) μέχρι το 1466/77 υπαγόταν στο σαντζάκι (τουρκ. sanjak) Τρικάλων (τουρκ. Tirhala) και μετά το 1470 στο σαντζάκι Ευρίπου (τουρκ. Egripoz, η σημερινή Χαλκίδα). Τα κεφαλοχώρια ήταν χωριά που κατοικούνταν από μικροϊδιοκτήτες γης ελεύθερους καλλιεργητές. Βρισκόταν σε ορεινές και άγονες περιοχές γι’ αυτό δεν ενδιέφεραν άμεσα τον κατακτητή[8]. Αντίθετα με τα τσιφλίκια, εδώ υπήρχαν περιθώρια ανάπτυξης του κοινοτικού θεσμού, επειδή υπήρχε μια μορφή αυτοδιοίκησης και περισσότερης ελευθερίας. Γι’ αυτό ο πληθυσμός των κεφαλοχωρίων (αμιγώς ελληνικός) ήταν πολυπληθέστερος του πληθυσμού των τσιφλικιών.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση της περιοχής κατά την ύστερη τουρκοκρατία το Τσερνοβίτι υπήρξε έδρα Οθωμανού Αγά. Σκοπός της παρουσίας του ήταν η είσπραξη και απόδοση των φόρων στην οθωμανική διοίκηση. Η προφορική αυτή παράδοση αποτελεί αντικείμενο έρευνας. Θα πρέπει να διασταυρωθεί και τεκμηριωθεί μέσα από γραπτές πηγές των οθωμανικών αρχείων.
Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το Τσερνοβίτι απαντάται το 1810 στον Πουκεβίλ, το Γάλλο περιηγητή και γιατρό του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Ο Πουκεβίλ σε πίνακα του κτηματολογίου του βοεβοδιλικίου Ζητουνίου που συνέταξε, αναφέρει ότι στο χωριό υπήρχαν 40 σπίτια[9]. Να σημειωθεί εδώ ότι την εποχή εκείνη βοεβόδας (διοικητής) του βοεβοδιλικίου ήταν ο γαμπρός του Βελή πασά, γιού του Αλή Πασά. Ο Ιωάννης Βορτσέλας, υπολογίζοντας σε κάθε σπίτι πενταμελή οικογένεια, ανεβάζει τον πληθυσμό του χωριού το 1810 σε 200 κατοίκους περίπου[10]. Δηλαδή ο πληθυσμός του Τσερνοβιτίου αυτή την εποχή είναι αρκετά μεγάλος λαμβάνοντας σαν μέτρο σύγκρισης τον πληθυσμό των γειτονικών χωριών, όπως φαίνεται και στον πίνακα που ακολουθεί[11]:

ΧΩΡΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΠΙΤΙΩΝ

Στυλίς
50
Μύλοι
60
Τσερνοβίτι
40
Ράχες
40
Αχινός
30
Το 1812 κτίσθηκε η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου όπως αναγράφεται σε εντοιχισμένη λίθινη πλάκα, που βρίσκεται πάνω από την είσοδο. Το μέγεθός της, τρίκλιτη βασιλική της τουρκοκρατίας με γυναικωνίτη, είναι αρκετά μεγάλο. Αυτό φανερώνει ότι πρόκειται για πολυάνθρωπο χωριό της εποχής, το οποίο χρειαζόταν μεγάλη εκκλησία για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών των κατοίκων του.


ΣΧΟΛΙΑ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

 

[1] Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού Β1, Τουρκοκρατία 1453-1669. Οι ιστορικές βάσεις της νεοελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, Θεσσαλονίκη 1964 σελίδα 81. Ο Α. Βακαλόπουλος δίνει χρονολογία έναρξης εγκατάστασης των ελληνικών πληθυσμών στα ορεινά μετά τον 14ο αιώνα. Βλέπε: Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού Β1, Τουρκοκρατία 1453-1669. Οι ιστορικές βάσεις της νεοελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, Θεσσαλονίκη 1964, σελίδα 92.
[2] Γιαννόπουλος Ν., Ιστορία και έγγραφα της Μονής Ξενιάς, ΔΙΕΕ 4 (1892-1895), σελίδα 684.
[3] Αντωνιάδη-Μπιμπίκου Ε., Ερημωμένα χωριά στην Ελλάδα· ένας προσωρινός απολογισμός. Συλλογικός Τόμος: Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας ιε΄-ιθ΄αι., Αθήνα 1979, σελίδα 216.
[4] Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, Berlin 1941, σελίδα 108.
[5] Vasmer M., Die Slaven in Griechenland, Berlin 1941, σελίδα 283.
[6] Μακρής Ι., Σταυρός (Μπεκή)-Φθιώτιδας, Η Ιστορία του, Λαμία 1998, σελίδα 47. Παραθέτουμε το ενδιαφέρον απόσπασμα της τελετής (στο ρουμελιώτικο ιδίωμα) όπως τη διηγήθηκε κάτοικος του Σταυρού, γεννηθείς το 1867: «...παίρναν δυό διπλάρκα (δίδυμα) μ’σκαράκια, τσόφκιαναν ζυγό κι αλετράκι κι έφιρναν ένα γίρου του χουργιό απ’ έξου. Μπρουστά πήγαιν’ ου παπάς μι λαμπάδις κι δγιάβαζι, κουντά τ’  τα μ’σκαράκια κι ούλου του χουριό, κι όταν έφταναν στη Βουρλιά (τοπωνύμιο), εκεί άνοιγαν έναν λάκκου κι τ’ άρ’χναν μέσα ζωντανά τα μ’σκαράκια κι έτσι τάχουναν. Απού κεί κι πέρα δεν ξανάπαθι ζημιά του χουριό. Αυτά τα μουλόγαϊ ου μακαρίτ’ς ου πατέρας μ’ έτσι τά ’χι ακούσ’ απ' τουν πατέρα τ’ .....».
[7] Κωνστάντιος Δ., Προσέγγιση στο έργο των ζωγράφων από το Καπέσοβο της Ηπείρου. Συμβολή στη μελέτη της θρησκευτικής ζωγραφικής στην Ήπειρο το 18ο και το α΄ μισό του 19ου αιώνα, Αθήνα 2001, σελίδα 21, υποσημείωση 10.
[8] Βλέπε και Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ΄, σελίδα 135.
[9] Πουκεβίλ Κ., Ταξίδι στην Ελλάδα, Ταξίδι Β΄. Στερεά-Αττική-Κόρινθος, Μετάφραση Μίρκα Σκάρα, Αθήνα 1995, σελίδα 85.
[10] Βορτσέλας Ι., Φθιώτις η προς Νότον της Όθρυος ήτοι Απάνθισμα Ιστορικών και Γεωγραφικών Ειδήσεων από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των Καθ’ ημάς, Εν Αθήναις 1907, σελίδα 465.
[11] Ο Πουκεβίλ, μάλλον από άγνοια για την ύπαρξή τους ή παράλειψή του, δεν αναφέρει τον πληθυσμό των γειτονικών χωριών Σπαρτιάς και Νίκοβας.




Δημοσίευση σχολίου