ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Απομνημονεύματα Δημητρίου Γ. Παπανικολάου. Μέρος Β΄



Στο Β΄ Μέρος των Απομνημονευμάτων του ο Δημήτριος Παπανικολάου περιγράφει:
1) την επιστράτευσή του το Δεκέμβριο 1917 και τη μετάβασή του από τη Χαλκίδα στο Νάρες Θεσσαλονίκης.
2) τη μετάβαση από το Νάρες στα χαρακώματα του Στρυμώνα μέσω Νιγρίτας.
3) τη μετάβαση και παραμονή στην περιοχή της Καβάλας μετά τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας.
Ακολουθεί το κείμενο:


B΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ 5/42 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ

2. Επιστράτευση Δεκεμβρίου 1917. Παραμονή στη Μακεδονία

Από τη Χαλκίδα στο Νάρες
Εν τω μεταξύ ο Βενιζέλος είχε διώξει τον Κωνσταντίνο με τη βοήθεια των Γάλλων και Εγγλέζων, ένωσε το κράτος και κάνει γενική επιστράτευση. Παίρνει πρώτα εμένα και μετά δύο μήνες το Βασίλη.
Τον Δεκέμβριο 1917 παρουσιάσθηκα στη Χαλκίδα (Εικ.1). Από εκεί μας βάλανε σε ένα πλοίο, «Συρία» το λέγανε, δια την Θεσσαλονίκη. Ήμασταν ίσα 2.000 και έκανε ένα κρύο αφόριτο. Μας δόσανε και σωσίβια, κάτι παλάσκες και φελούς για τον φόβο των Γερμανικών υποβριχίων. Περνώντας τον Βόλο ακούμε ένα τηλεβόα από ένα αντιτορπιλλικό να φωνάζη:
-Πίσω «Συρία»….
Φαίνεται κάτι ύποπτο υπήρχε. Χωνόμαστε στα σωσίβια. Επιστρέφομε στην παραλία του Βόλου ξημερώματα και βλέποντας σαν Πανόραμα τα χωριά του Πηλίου χιονισμένα (Εικ.2).
Καθίσαμε μία μέρα και κατόπιν συνέχισε τον πλού του για Θεσσαλονίκη (Εικ.3). Από εκεί πήγαμε και κατασκηνώσαμε στο Νάρες [σήμερα Κοινότητα ΝέαςΦιλαδέλφειας, Δήμου Ωραιοκάστρου] έξω από τη Θεσσαλονίκη (Εικ.4). Είχε έλθη όλη η 13η Μεραρχία με όλους τους σχηματισμούς τες, όπως και το 5ο Ευζώνων, το δικό μας. Εγώ πήγα πάλι στην Πολυβολαρχία, στο Δροσόπουλο. Εκεί περάσαμε το χειμώνα σε αντίσκηνα κακήν-κακώς, κρύο πολύ. Συσίτιο κατεψυγμένα βοδινά μισοαποσυνθεμένα και κουνέλια Αυστραλίας.
Πέρασε ο χειμώνας με γυμνάσια, με θιορίες και επισκέψεις του Μοιράρχου Αντιστρατήγου Νεγραπόντη[1] (Εικ.5). Μας έλεγε να γνωρίσομε την καταγωγή του. Κατάγομαι από το Λονδίνο της Μεγάλης Βρεταννίας από τη Μεγάλη οικογένεια των Νεγραποντέων. Ήτανε πολύ φιλόδοξος….
Εν τω μεταξύ είχαμε απαγορευθεί από την στασιμότητα και πολλοί βάζανε πολλά με το νού τους. Ο Νικόλαος Χειμώνας έκαμε τον τρελλό. Ένα πρωΐ βάζη ένα δέρμα από κουνέλι στο κεφάλι του, παίρνει το όπλο του και πάει στο μαγειρείο. Τουφεκάει το καζάνι και χύνεται το ρόφημα. Αναστατώθηκαν όλοι. Τρέξαν οι Αξιωματικοί να τον αφοπλίσουν αλλά κανένας δεν μπορούσε. Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου του ριχτήκανε εκ των όπισθεν κάτι Ρωμαλαίοι και τον αφοπλίσανε. Τον πήγαν σε ένα κρατητήριο και πηγαίναμε και τον βλέπαμε που έκανε τις ψεύτικες τρέλλες σαν πραγματικές.

Στη Νιγρίτα
Μας πήρε η Άνοιξη. Τελιώσαμε τις ασκήσεις του πολέμου χαρακωμάτων και μας πήγανε πεζοπορία στη Νιγρίτα (Εικ.6). Περνώντας από το Λαχανά είδαμε και το ηρώον των Πεσόντων στον πόλεμο του 1913, ο Συνταγματάρχης Βελησάριος.
Τρώγωντας λοιπόν από τα πολλά παχιά κατεψυγμένα βόδια και μισοχαλασμένα μας πήραξε όλους μας ευκοιλιότητα. Εμένα με πήραξε πολύ ώσπου καθόμουνα από κάτω από μία σκαμνιά και δεν μπορούσα να σηκωθώ. Ευτυχώς μου πέρασε και πήγα πάλι στο λόχο μου. Η σκηνή μου ήτανε κοντά στον Δροσόπουλο και είχαμε παρέα.

Στα χαρακώματα του Στρυμώνα
Καθήσαμε εκεί λίγο καιρό. Μετά θα πηγαίναμε να αντικαταστήσουμε τους Εγγλέζους στα χαρακώματα, κάτω στις εκβολές του Στρυμόνα, που ήτανε μία γέφυρα (Εικ.7). Απέναντι ήτανε τα χαρακώματα (Εικ.8).
Προχωρώντας λοιπόν την νύχτα για να μην μας βλέπουν οι Βούλγαροι απέναντί μας, συνάντησε η προφυλακή ένα σκοπό Εγγλέζο. Τους σταμάτησε αλλά δεν ήξερε κανένας αγγλικά να συνεννοηθούν. Κάποιος είπε πως ο Παπανικολάου ξέρη. Με φωνάξανε και πήγα χωρίς να ξέρω πολλά. Με λίγα σπασμένα και με τα νοήματα μας έδωσε να καταλάβομε ότι στο τέρμα του δρόμου είναι ένα καταλειμένο μέρος. Εκεί θα σταματήσομε. Να φέξη για να οδηγηθούμε στα χαρακώματα. Αυτό κι έγινε.
Την άλλη μέρα περάσαμε πέρα. Έγινε η αντικατάσταση από τους Εγγλέζους. Μείναμε εμείς στα χαρακώματα. Ήτανε ένας λόφος και τον είχανε σκάψει μέσα κυριολεκτικά σε δωμάτια για τους στρατιώτας και γαλαρίες για τα πυρομαχικά, από άκρο σε άκρο και δύναμη ενός τάγματος. Η αντικατάσταση γινότανε κάθε 2 μήνες. Το κανονίδη δεν έπαυε καθόλου. Η Συμμαχία μας τους βάζανε και από τα πλοία και αερομαχίες τακτικά. Οι οβίδες εμάς δεν μας έπερναν διότι ήτανε το μέρος απότομο. Πέφτανε στο Κάτω που ήτανε το ποτάμι και σκοτώνανε πολλά ψάρια. Όταν τελείωνε ο βομβαρδισμός, βγαίναμε από τα καταφύγια, πηγαίναμε στο ποτάμι και μαζεύαμε ψάρια. Το συσσίτιο εκεί καλυτέρεψε. Μας δώσανε καλές κονσέρβες και διάφορα έτοιμα φαγητά διότι τα καζάνια μόνο τη νύχτα λειτουργούσαν. Ο αδελφός μας Βασίλης ήτανε σε άλλο σώμα αλλά κοντά μας. Πήγαινα και τον αντάμωνα.

Ανακωχή-Αποχώρηση Βουλγάρων. Ο Επιλοχίας του βουλγαρικού στρατού από τις Σαράντα Εκκλησίες. Στην Καβάλα.
Μέναμε λοιπόν στα χαρακώματα αρκετά μέχρι το Σεπτέμβριο 1918, οπότε μία ωραία πρωΐα ακούμε σάλπιγγες και από τα δύο μέρη, εμβατήρια «πάψατε πυρ». Είχε γίνει ανακωχή. Νικήθηκε η Γερμανία και Βουλγαρία με τη διαφορά να φύγουν οι Βούλγαροι με όλον τον οπλισμό τους. Και πράγματι άρχισαν και φεύγανε. Εμείς όμως δεν κρατιόμασταν. Καθώς ήμασταν και πρώτοι βαδίσαμε και προλάβαμε τους Βουλγάρους απέναντί μας, στους Φιλίππους, που άλλοτε η Πρωτεύουσα του Βασιλιά Φιλίππου (Εικ.9).
Ακόμη δεν είχανε φύγει όλοι οι Βούλγαροι και ήλθε και μας μίλησε ένας Βούλγαρος Επιλοχίας του Πυροβολικού, ελληνικής καταγωγής (Εικ.10). Και μας λέγει:
-Μη βιάζεσθε. Η διαταγή είναι να προχωρήσουμε εμείς και μετά να ακολουθήσετε εσείς.
Κάθισε λοιπόν βιαστικά και τα είπαμε. Μας είπε ότι κατάγεται από τις Σαράντα Εκκλησίες (Εικ.11). Μάλιστα ένας αξιωματικός μας του λέγει:
-Δεν μου δίνεις το πιστόλι σου;
Εις απάντησιν του λέγει:
-Λυπούμαι διότι είσαι και αξιωματικός. Εφόσον δεν είμαι αιχμάλωτος.
Και τότε ο αξιωματικός το γύρισε στα αστεία για να αποφύγη τη δική μας αποδοκιμασία. Μας χαιρέτησε το παιδί όλους και έφυγε με τη φάλαγγά του. Ακολουθήσαμε και εμείς.

Στην Καβάλα
Ανεβήκαμε στο βουνό Παγγέο, όπου ήτανε ένα μεγάλο χωριό καταστραμμένο. Κατεβήκαμε στην κοιλάδα του Παγγέου όπου ήτανε ωραία και τουρκοκατοικημένη. Δια μέσου Πράβη και ΓενήΤσιφλίκ φθάσαμε στην Καβάλα (Εικ.12). Στο δρόμο αρρωστήσανε πολλοί από γρίπη. Προσβλήθηκα κι εγώ. Κατά καλή μου τύχη μπένοντας στην Καβάλα, στην είσοδο της πόλεως, άρχισε να λειτουργεί ένα αναρρωτήριο. Με πήραν μέσα και αμέσως με παρέλαβε μία αδελφή με ποτήρια πολλά, με ζεστά και με κυνήνα. Σε λίγες μέρες ανάρρωσα και πήγα στο λόχο μου.
Η γρίππη όμως απλώθηκε σε όλο το στρατό και πεθάνανε πολλοί στην Καβάλα καθώς κι ένα παιδί από το Ροβολιάρι, Ευάγγελος Μπουής. Έκανε τον παληκαρά στο κρύο. Φορούσε μόνον πουκάμισο και την μαντία. Τον συνυστούσα να βάζη το κολόβιό του από μέσα.
-Εγώ, έλεγε, δεν κρυώνω σαν κι εσάς.
Πήρε κρυολόγημα και πέθανε.

Στη Χρυσούπολη (Σαρή Σαμπάν)
Μείναμε λίγες μέρες στην Καβάλα και μετά αναχωρήσαμε για το Σαρή Σαμπάν, τη σημερινή Χρυσούπολη. Και πραγματικά χρυσή είναι, έχει ωραία πεδιάδα με βλάστηση, καλό χωριό αλλά ακατοίκητο. Οι κάτοικοί του, Τούρκοι οι περισσότεροι, πήγανε στο βουνό σε άλλο τουρκικό χωριό. Κάποτε ερχότανε κανένας να βλέπη το σπίτι του. Εγώ, ως διερμηνέας, τους έλεγα και μου φέρνανε καπνό κομένο. Και κούτες τσιγάρα. Τα φτιάχνανε μόνοι τους από τον ωραιότερο μυροδάτο καπνό αφτού του χωριού, που κάνει τον καλύτερο καπνό της Ελλάδος, ίσως και του κόσμου.
Μείναμε εκεί ένα χειμώνα. Πεθάνανε πολλοί στρατιώτες από γρίππη. Γέμισε ένα νεκροταφείο. Ήλθε και ένα γαλλικό ορινό χειρουργείον: είδα 2 άλογα, ένα μπρός και άλλο πίσω και στο μέσο τους κρεμασμένο από τις πλάτες τους ένα φορτίο για να μεταφέρουν τους τραυματίας.
Στην άκρη του χωριού ήτανε ένας μύλος μεγάλος. Πηγαίναμε και πέρναμε μπομπότα αλέβρι και κάναμε κατσιαμάκι. Ο μύλος κινείτο από νερό του ποταμού Νέστου που αρδευότανε και η πεδιάδα, που ήτανε χρυσή γη.
Καθίσαμε το χειμώνα εκεί. Πεθάνανε οι μισοί από το κρύο και από τη γρίππη εφόσον δεν υπήρχε ούτε θέρμανση, ούτε συσσίτιο της προκοπής. Συνέχεια σκέτο ρύζι. Ήτανε ένας μάγειρας από το Παλαιόκαστρο Πανάκης. Όλο ρωτούσε τι ώρα είναι για να ρήξη το ρύζι. Υποφέραμε πολύ και όσοι μείναμε από τον θάνατο ήμασταν ελεϊνοί, αδύνατοι.

Επιστροφή στην Καβάλα
Εν τω μεταξύ οι Αγγλογάλλοι ζητήσανε μία Μεραρχία να πάμε να τους βοηθήσουμε στη Ροσία που κηρύχτηκε Κουμουνισμός, το 1917-18. Η Κυβέρνηση διέταξε την δική μας Μεραρχία, τη 13η, να πάγη. Ο Μοίραρχος και όλοι οι αξιωματικοί διεμαρτύροντο ότι ο στρατός μας δεν είναι σε θέση για εκστρατεία. Εν τούτοις επιμένανε. Άρχισαν να συγκεντρώνουν τα λείψανα σχεδόν που μείναμε, στο Παγγέο κοντά στο ρούσικο μοναστήρι. Θα γινότανε η επιβίβαση στα πλοία.
Ξεκινήσαμε για την Καβάλα. Στο δρόμο με πήραξε θέρμη, δηλ. ελονοσία. Στην αρχή σε πήραζε μεγάλη τρεμούλα με κρύο. Κτυπούσανε τα δόντια σου σαν σφυριά. Σε κρατούσε επί μία ώρα. Μετά σε έριχνε στον πυρετό μέχρι σαράντα, που σε παρέλυε τελίως. Αυτή ήταν τότε η λεγομένη ελονοσία, που μάστηζε όχι μόνον την Ελλάδα αλλά ολόκληρο τον υποανάπτυκτο κόσμο, καθώς και οι ψίρες, που δεν έλειπαν σχεδόν από κανένα. Λέγανε, μόνον οι πεθαμένοι δεν έχουν ψίρες. Οι ζωντανοί έχουν, τις γενά το σώμα….
Φύγαμε λοιπόν από το Σαρή Σαμπάν. Φθάνοντας στην Καβάλα αρρώστησα. Με βάλανε σε κάποιο νοσοκομείο, νοσοκομείο να λέγεται. Σε μία καπναποθήκη απέραντη, γεμάτο αρρώστους στρατιώτας. Σε κάτι παλιοκρέββατα με κάτι παλιοκουβέρτες. Μου παραχώρησαν ένα κρεββάτι με μία κουβέρτα. Κάθησα στο κρεββάτι μου και σκεπτόμουνα την κατάντια μας, ρίχνοντας και μία ματιά στο διπλανό κρεββάτι που ήτανε ένας στρατιώτης άρρωστος σε αφασία. Τι να δώ! Τις ψίρες χιλιάδες να κάνουν στράτα, όπως η ακρίδα και τα μερμήγκια. Κάθησα και περιεργάσθην το θέαμα. Με έπιασε τρεμούλα και φόβος και είπα μέσα μου:
-Θεέ μου, αυτοί μας έχουνε για ξέκαμα! Δεν θα προλάβουμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας, θα μας πεθάνουνε…
Έσχος μεγάλο, ούτε ένα κλίβανο δεν διέθετον να τους πετάξουν μέσα τις κουβέρτες να χαθούνε. Δυστυχώς όλοι τους αδιαφορία, υγειονομική περίθαλψις μηδέν. Ποτήρια κούφια και κυνήγι! Αυτά ήτανε τα μόνα υγειονομικά μέσα που διέθεταν.
Βλέποντας λοιπόν εγώ αυτήν την οικτρά κατάσταση φεύγω και πάω στο λόχο μου. Και κάθομαι στο θάλαμο που ήτανε 100 φορές καλλίτερος από το νοσοκομείο. Με περιποιήθη η παρέα μου, έγινα καλύτερα.
Ξεκίνησε ο λόχος μας για το Παγγέο. Φτάνοντας στο Γενή Τσιφλίκι σταματήσαμε για λίγες μέρες εκεί. Πιο πέρα ήτανε ένα τούρκικο χωριό. Πήγαινα κάθε πρωΐ με ένα δοχείο και έπερνα γάλα από βουβάλια για τους αξιωματικούς και για τον εαυτό μου. Τότε είχανε γίνει και οι γρούβες. Τις βράζαμε σε χύτρες βάζοντας μέσα και μπόλικο λάδι. Είχαμε κλέψει ένα ντενεκέ από ένα κάρο τη νύχτα, που πήγαινε για τη Δράμα.
Κατόπιν μέσω Πραβίου φθάσαμε στην κοιλάδα του Παγγαίου και διανεμηθήκαμε στα τούρκικα τα σπίτια. Εκεί τους ρημάξαμε τους φουκαράδες από τρόφιμα, διότι σας είπα, υποφέρναμε από φαγητό. Το συσσίτιο ήτο πολύ πενηχρό. Υπήρχαν όμως πολλά αγριογούρουνα και σκοτώναμε. Μας παρακαλούσαν οι Τούρκοι να σκοτώνουμε κάθε μέρα διότι τους κάνανε ζημιές στα χωράφια τους.
Εγώ εδώ τα περνούσα πολύ καλά με τους Τούρκους, διότι ήμουνα και διερμηνέας. Με αγαπούσανε όλοι διότι τους περιποιούμουν. Τους πήγαινα στον Ταγματάρχη για τα παράπονά τους γιατί ο στρατός τους έκανε ζημιές με τα μουλάρια και κλεψιές στα σπίτια. Σκέψου πως κάτι στρατιώτες στο σπίτι που καθότανε ο Λοχαγός μου, του είχανε παραχωρήσει ένα δωμάτιο, στο ισόγειο είχανε μία γελάδα με μία μουσκάρα. Πήγανε τη νύχτα και την κλέψανε τη μουσκάρα. Την πήγαν σε απόκεντρο, τη σφάξανε και τη φάγανε.
Πάθανε καταστροφή τότε ομολογουμένως αυτά τα χωριά που ήτανε πλούσια, δεν έμεινε τίποτα. Φρόντισα εγώ με τον Ταγματάρχη να μπορέση να τους περιορίση αλλά εις μάτην. Μου φέρνανε εμένα οι φουκαράδες καρύδια, καλό καπνό κομμένο. Εφοδίαζα και τους αξιωματικούς και τους φίλους μου. Τον φίλο μου τον Ηλία Νέλλα τον έχασα. Δεν θυμάμαι, κάπου είχε βολεφθή με την ραπτοσύνη του.
Μια μέρα έρχεται φωνάζοντας ένας Τούρκος πως του πήρανε τα ζώα κάτι κλεφταράδες από τα Ελληνοχώρια πίσω του Παγγαίου. Τρέξαμε να τους πιάσουμε αλλά αυτοί είχανε απομακρυνθή, κλέβοντας 5-6 κεφάλια βόδια. Εγώ τους λυπόμουνα τους φουκαράδες τους Τούρκους και τους παρηγορούσα για τα δεινά που παθαίνανε. Τους έλεγα:
-Πόλεμος είναι κάποτε θα τελειώση και θα τα ξαναφτιάξετε όλα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

[1] Ο Ιωάννης Νεγρεπόντης ή Νεγροπόντης γεννήθηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας το 1864. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ως υπολοχαγός στο επιτελείο της ΙΙας Μεραρχίας. Κατόπιν διετέλεσε καθηγητής της πολεμικής τέχνης στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.
Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 με το βαθμό του ταγματάρχη ως επιτελάρχης της VIΙης Μεραρχίας. Διετέλεσε υποδιοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων από το 1913 έως το 1915. Το φθινόπωρο του 1915 διορίσθηκε στρατιωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στη Σερβία, απ’ όπου παρακολούθησε την οπισθοχώρηση και μεταφορά του σερβικού στρατού στην Κέρκυρα μέσω Αλβανίας.
Το 1916 προσχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας της Θεσσαλονίκης. Κατόπιν προήχθη σε Συνταγματάρχη και διορίσθηκε αρχηγός του επιτελείου του στρατού της Εθνικής Άμυνας. Μετά την επανένωση του κράτους, τον Ιούνιο του 1917, προήχθη σε Υποστράτηγο και διορίσθηκε διοικητής της ΧΙΙΙης Μεραρχίας Στερεάς Ελλάδας. Με αυτήν συμμετείχε στις επιχειρήσεις στο Μακεδονικό Μέτωπο, στην εκστρατεία της Ουκρανίας και στη Μικρασιατική εκστρατεία.
Μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και το αρνητικό αποτέλεσμα για τον Βενιζέλο παρέμεινε εκτός υπηρεσίας. Το φθινόπωρο του 1922 ανεκλήθη στην υπηρεσία και τοποθετήθηκε αρχηγός του στρατιωτικού οίκου του βασιλιά Γεωργίου. Αποστρατεύθηκε το 1924 με το βαθμό του Αντιστρατήγου. [Απόσπασμα από το βιβλίο: Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος, Πολεμικό Αρχείο 1919-1921. Το Ημερολόγιο του Εύζωνα Χρήστου Δ. Αλεξόπουλου. Από τη Φθιωτιδοφωκίδα και την Καβάλα στην Οδησσό και τη Μικρά Ασία, Καβάλα 2011, σελίδα 143.



ΕΙΚΟΝΕΣ




Εικ.1. Οι στρατώνες της Χαλκίδας. Από το 1947 στεγάζουν τη Σχολή Πεζικού.



Εικ.2. Βόλος 1897: εργασίες διαπλάτυνσης του κεντρικού λιμενικού προβλήτα. Πίσω διακρίνεται το Πήλιο και τα χωριά του.



Εικ.3. Θεσσαλονίκη 1917: Δρόμος στην Άνω Πόλη. Στο βάθος ο Θερμαϊκός κόλπος.



Εικ.4. Στρατόπεδο Νάρες 1916-1917: ο Ελευθέριος Βενιζέλος χαιρετά αξιωματικούς του 9ου Στρατηγείου της ΙΙας Μεραρχίας.



Εικ.5. Ο Μέραρχος Ιάκωβος Νεγρεπόντης.



Εικ.6. Νιγρίτα 1918: Χωρικοί σε βρύση. Η φωτογραφία ελήφθη από τη φωτογραφική υπηρεσία της Γαλλικής Στρατιάς της Ανατολής.



Εικ.7. Ο ποταμός Στρυμόνας το 1926.



Εικ.8. Χαρακώματα. Συλλογή από Βούλγαρους στρατιώτες του συρματοπλέγματος αγγλικών χαρακωμάτων μετά την εκδίωξη των Βρετανών.



Εικ.9. Η Βασιλική Β΄ των Φιλίππων, φωτογραφημένη την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 1913 από τον Βούλγαρο φωτογράφο Др Богдан Филов. Δίπλα στην πύλη διακρίνονται οι δύο συνοδοί του, οι Костов και Таҷев.



Εικ.10. Βούλγαροι στρατιωτικοί στο νότιο βαλκανικό μέτωπο τον Απρίλιο 1918.



Εικ.11. Οι Σαράντα Εκκλησίες (βουλγ. Лозенград, τουρκ. Kırklareli) πιθανώς το 1912 ή 1913. Είναι ο τόπος καταγωγής του ελληνικής καταγωγής Επιλοχία του βουλγαρικού στρατού.



Εικ.12. Η Καβάλα το 1917 φωτογραφημένη από την κορυφή του κάστρου.



ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ


Εικ.1. Από: efedros.blogspot.gr.
Εικ.2. Από το βιβλίο: Βόλος 1881-1955. Ο χώρος και οι άνθρωποι, Βόλος 2004, σελίδα 109.
Εικ.9. Από το βιβλίο: Архивьт Гипсън. Др Богдан Филов-фотографии и описания от научната му мисияпрез 1912-1913. Завръщане в България2009, страница 46. (The Gipson Archive. Dr. Bogdan Filov-Photographs and a description of his research mission in 1912-1913. Return to Bulgaria 2009, page 46).
Εικ.11.Από: Изгубената България.
Εικ.12.Από: Изгубената България.



ΠΗΓΗ


Οικογενειακό αρχείο Αναστασίου Παπανικολάου.




Δημοσίευση σχολίου