ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Απομνημονεύματα Δημητρίου Γ. Παπανικολάου. Μέρος Γ΄



Στο Γ΄ Μέρος των Απομνημονευμάτων του ο Δημήτριος Παπανικολάου περιγράφει:
-Τη μετάβαση και παραμονή στην Οδησσό.
-Την οπισθοχώρηση στη Βεσσαραβία.
-Την πορεία του από το Γαλάτσι της Ρουμανίας προς τη Σμύρνη.
Ιδιαίτερα συναισθηματική είναι η αναπόληση των εφηβικών του χρόνων στα Υψωμαθεία της Κωνσταντινούπολης και η περιγραφή της καθημερινής ζωής στη γειτονιά που έζησε. Η μαρτυρία του είναι πολύτιμη επειδή αντλούνται πληροφορίες για τα επαγγέλματα εκείνης της εποχής και τον τρόπο που γινόταν οι αγοραπωλησίες ειδών πρώτης ανάγκης.
Ακολουθεί το κείμενο:


B΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ 5/42 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ

3. Εκστρατεία στην Ουκρανία

Αναχώρηση από Καβάλα
Ήλθε εν τέλει η διαταγή να βαδίσουμε για την παραλία να αναχωρήσουμε για τη Ρωσία. Πήγαμε εκεί κοντά στην παραλία σε κάτι άδεια σπίτια. Kαθήσαμε μία εβδομάδα να καταφθάσουν και τα άλλα τμήματα. Εμένα με πήραν στη διοίκηση μεταγωγικών του λόχου που βρήκα εκεί. Τον Χρήστο Κρητικό Λοχία και εγώ Δεκανέας. Γνωριστήκαμε και περιμέναμε το πλοίο να έλθη να επιβιβαστούμε. Σημειωτέον εκεί μας δώσανε ιματισμό καινουργή.
Κάποια μέρα ήλθε και άρχισε η επιβίβαση. Μπαίνουμε μέσα όλοι οι ευρισκόμενοι εκεί (Εικ.1). Μπαρκάρισε λοιπόν το δικό μας, ένα γαλλικό φορτηγό. Οι Γάλλοι ναύτες μας κοιτάγανε στα χέρια, εάν είμαστε εργάτες, διότι αυτοί κλείνανε κατά [υπέρ] του Κομουνισμού.

Διέλευση από Κωνσταντινούπολη
Φθάσαμε στην Οδησσό περνώντας από την Κωνσταντινούπολη (Εικ.2). Τότε ήτανε κατεχομένη από τους συμμάχους. Κοίταζα πάλι τα μέρη που είχα μείνει 8 χρόνια. Πήγα μικρός 13 ετών και γύρισα 21. Εκεί μεγάλωσα, εκεί πήρα τα πρώτα φώτα. Είχα γνωρισθή με καλές οικογένειες Ρωμέων, Αρμενείων και Τούρκων που με αγαπούσαν και με υποστήριζαν. Είχα γίνει καλός επαγγελματίας κατόπιν, γυρνώντας στην πατρίδα μετά την αποστράτευση. Σημειωτέον κατετάγην το 1914 και απεστρατέφθην το 1922 με την κατάρρευση της Μικράς Ασίας. Με την παρατήρηση μας απολούσαν μερικά διαστήματα ανάμεσα. Έτσι λοιπόν τα μάτια μου δεν φεύγανε από τα αγαπημένα μου Ψωμαθιά που ήτανε ακριβώς απέναντι από το πλοίο μας (Εικ.2 & 3)[1].
Σαλπάρισε λοιπόν το πλοίο προς τη Μαύρη θάλασσα. Όταν απεμακρύνθη και περάσαμε το Βόσπορο, έριξα την τελευταία ματιά στην Πόλη. Είπα μέσα μου πως, τις είδε αν θα ξαναγυρίσω πάλι να τα ξαναδώ, εφόσον βαδίζαμε για πόλεμο στην αχανή Ρωσία.

Άφιξη και παραμονή στην Οδησσό
Φθάσαμε στην Οδησσό (Εικ.4), ωραία και μεγάλη πόλις και με πολλούς Έλληνας. Πεζοπορήσαμε και φθάσαμε στο άκρον της πόλεως όπου ήτανε ωραίες στρατώνες (Εικ.5). Ήτανε Ρώσοι και Πωλονοί Εθνικιστές στρατιώτες (Εικ.6 &7).
Καθήσαμε εκεί αναμένοντας διαταγάς της Μεραρχίας, που θα πάμε. Εν τω μεταξύ τα πρώτα τμήματα της Μεραρχίας που είχανε προηγηθή από εμάς, είχανε πάει στο μέτωπο των επιχειρήσεων προς τη Μόσχα. Μάλιστα είχανε έλθει και τραυματίες. Πήγα στο νοσοκομείο και βρήκα τον Γεώργιο Κοτρότσο, λοχίας ών τραυματίσθην, καθώς και πολλούς άλλους.
Εμείς μείναμε στους στρατώνες εν αναμονή και ως εφεδρεία με βελτιωμένο το συσσίτιο διότι οι εφοδιασμοί ήτανε των συμμάχων. Κάθε πρωΐ που γινότανε προσκλητήριο, στη γραμμή δίπλα μας ήτανε ένα επίλεκτο τμήμα Πολωνών. Θαυμάζαμε το παράστημά τους και τις εξαρτήσεις τους.
Κοντά εκεί ήτανε μία μπυραρία Ελληνική και ένα καπνοπωλείο. Πηγαίναμε τα απογεύματα και τα κοπανάγαμε με χωριανούς μου, δεν είχα εκεί μόνον τον Δημήτριο Λάμπου που ήτανε σε άλλο λόχο. Ανταμώναμε τα απογεύματα και πηγαίναμε στο κέντρο της Οδησσού να γνωρίσουμε τα αξιοθέατα. Πήγαμε σε μία αγορά που ήτανε όλο Έλληνες με πολλά και διάφορα μαγαζιά. Ψωνίσαμε κάτι ενθύμια, κάρτες και πορτοφόλια.
Μία μέρα πήγαμε σε μία κεντρική πλατεία, όπως η δική μας, του Συντάγματος. Είδαμε τους τοίχους των κτιρίων κατάτρυπους από τις σφαίρες. Είχανε γίνει οδομαχίες στας αρχάς της επαναστάσεως. Εκεί που βολτάραμε στην πλατεία είδαμε ένα στιγμιαίο φωτογράφο και θελήσαμε να βγάλομε μία φωτογραφία ως ενθύμιο. Τακτοποιηθήκαμε και ήμασταν έτοιμοι να μας πάρη ο φακός. Όλως παραδόξως μπαίνει ανάμεσά μας απρόσκλητη μία κοπέλα! Εμείς την δεχθήκαμε με ευχαρίστηση… Μας πήρε ο φακός και μας έβγαλε αμέσως τις φωτογραφίες, που βγήκανε πολύ ωραίες. Της δόσαμε και αυτηνής μία. Ήθελε να μας πη πως «ήλθα να ποζάρω μαζί σας για ενθύμιο», που ήμασταν τότε καλοντυμένοι τσολιάδες στα χακί, φέσι πάλι χακί με φούντα, κυλόττα παντελόνι με γκέτες και τσαρούχια. Χάθηκε αυτή η φωτογραφία καθώς και όλες κατά την κατοχή…
Μέναμε λοιπόν στην Οδησσό και αναμέναμε νέα από το Μέτωπο των Επιχειρήσεων. Μαθαίναμε πως τα πράγματα δεν ήτανε καλά: μαθαίναμε καθημερινώς πως οι Μπολσεβίκοι κερδίζουν έδαφος ρίχνοντας νέες δυνάμεις στη μάχη. Τις κουβαλούσαν με τα τραίνα από τα βάθη της Ρωσίας. Και δεν μπόρεσαν να κρατήσουν οι σύμμαχοι και οι Εθνικιστές Ρώσοι-Ιταλοί-Γάλλοι. Εν τέλει οπισθοχώρησαν. Κρατούσαν άμυνα κοντά σε μας που γινότανε μεγάλες μάχες. Την τελευταία βραδυά συναγερμός, πήγαμε και εμείς. Οι σύμμαχοι κρατούσαν άμυνα για να αποβιβαστούμε στα πλοία, όπως κι έγινε.

Αναχώρηση από Οδησσό
Αναγκαστήκαμε να πάμε στην παραλία για να μπούμε κι εμείς αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε δι’ εμάς πλοίο επιστροφής. Μόνο για να μας φέρουνε είχανε. Και τότε λοιπόν μέναμε στην παραλία αγωνιώντας τι μέλει γενέσθαι.
Εν τω μεταξύ φθάσανε τα τάνξ των Μπολσεβίκων ρίχνοντας ριπές σε τυχόντας Ρώσους Εθνικιστάς στρατιώτας αλλά στρατιώτες δεν υπήρχαν. Όλοι οι αξιωματικοί είχανε γίνει στρατιώτες και πολεμούσανε διότι τους εγκατέλειψαν οι στρατιώτες τους. Επηκολούθησε μία σύγχυση με την παρουσία των τάνκς.
Και αμέσως ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας ήλθε σε συνεννόηση με την ηγεσία των Μπολσεβίκων περί της τύχης μας, που μας εγκατέλειψαν οι σύμμαχοι. Και του λένε:
-Τι να σας κάνομε εσάς; Είμαστε και ομόθρησκοι! Επειδή είσθε και Έλληνες γνωρίζομε την πρόθεσίν σας. Σας φέρανε οι Αγγλογάλλοι! Τι να σας κάνομε τώρα; Τα πλοία της Οδησσού τα πήρανε όλα οι σύμμαχοί σας. Έτσι τώρα δεν απομένει άλλο παρά να φύγετε ποδαρόδρομο για τη Ρουμανία.
Αναγκαστήκαμε λοιπόν, μας παραχώρησαν τομέα και πήραμε την άγουσα για τη Βεσσαραβία, που τότε ήτο ρουμανική, διασχίζοντας την αχανή Ουκρανία.
Πήραμε τα απαραίτητα από μία κουβέρτα και κονσερβικά και ότι άλλο μπορούσαμε και ξεκινήσαμε. Ώσπου να εξέλθουμε από την πόλη υποφέραμε, διότι μέσα στη φάλαγγά μας είχαν εισχωρήσει και πολλοί Ρώσσοι αξιωματικοί καθώς και πολλές οικογένειες αριστοκρατών μαζί. Συμβαδίζαμε και με το επίλεκτο σώμα των Πολωνών που ήτανε όλοι καβαλάρηδες. Τους πυροβολούσαν από τα σπίτια οι Μπολσεβίκοι. Θυμάμαι, ένας Πολωνός κατέβηκε από το άλογό του. Μπαίνει μέσα σε ένα προάβλιο, που ήτανε γύρω πολυκατοικίες. Άρχισε το γάζωμα με το οπλοπολυβόλο του και τους σταμάτησε. Επίσης οι Ρώσσοι αξιωματικοί που είχανε καταρτήσει Λόχο-στρατιώτου, βαδίζανε κι αυτοί καβάλα σε άλογα μαζί μας.

Διανυκτέρευση σε ρωσικό χωριό
Κάποτε έδωσε να βγούμε από την πόλη αλλά νυχτόσαμε. Δεν ξέραμε ποιόν δρόμο να πάρουμε, διότι η Ουκρανία είναι ένας απέραντος κάμπος. σα να βρίσκεσθε στον Ωκεανό. Κατάκοποι όπως ήμασταν, πέσαμε να κοιμηθούμε, Απρίλιος μήνας το 1919. Είχα δύο κουβέρτες εγώ και μία ο φίλος μου Επιλοχίας Καρακώστας[2], όπου ήμασταν μαζί κληρωτοί. Και όταν έφυγα εγώ, αυτός δήλωσε μόνιμος Δεκανέας. Όταν ξαναεπιστρατεύθην, τον βρήκα Επιλοχία. Ήμασταν τρεις παρέα: εγώ, ο Επιλοχίας Ηλίας Καρακώστας και ο Λοχαγός μας Φορμόζας[3] από το Βόλο, άλλοτε αεροπόρος. Στρώσαμε τη μία κουβέρτα από κάτω. Γήραμε, αφού πρώτα φάγαμε μία κονσέρβα, γαλέτα και από λίγο νερό που έφερνα εγώ στο παγούρι. Κοιμηθήκαμε λοιπόν εγώ από το ένα μέρος και ο Καρακώστας από το άλλο, με το Λοχαγό μας στη μέση για να μην κριώση, που έκανε πολύ κρύο.
Το πρωΐ που σηκωθήκαμε, τσοκανάγανε[χτυπούσανε] τα δόντια μας από το κρύο. Κτύπησε εγερτήριο, πήραμε κάτι από τα σακίδιά μας για πρωϊνό και ξεκινήσαμε.
Φθάσαμε το βράδυ σ’ ένα ρούσικο χωριό και μείναμε. Και αρχίσαμε τη διακονιά για χλέπα-ψωμί [хлеб=ψωμί] στα σπίτια. Με μεγάλη προθυμία μας δίνανε ένα ωραίο φουσκωτό καρβέλι από σιτάρι μανιτόβα. Μας κόβανε μεγάλες φέτες και μας δίδανε. Εγώ εξοικειωμένος από τις γλώσσες- όταν ήμουνα στην Πόλην, τσιακμάκαγα, που λένε στο χωριό μου - και μερικά Ρούσικα. Άρχισα τότε να τα χρησιμοποιώ, κονομίζοντας τρόφιμα για τον εαυτό μου και την παρέα μου αλλά και ως Διερμηνέας. Ήμουν ο μόνος που μπορούσα να συνεννοηθώ για το δρομολόγιο του σώματός μας να φθάσομε στη Βεσαραβία.

Αναχώριση-άφιξη σε επόμενο ρωσικό χωριό
Ξεκινάμε λοιπόν το πρωΐ. Πήρε οδηγίες ο πρώτος Λόχος πως θα βαδίσουμε για να μη χαθούμε, διότι όπως είπα η Ουκρανία είναι ένας απέραντος κάμπος σαν ωκεανός και πάντα ομίχλη. Αρχίσαμε λοιπόν την πορεία, βλέποντας στους δρόμους διάφορες επιγραφές. Προχωρώντας τα έχασε η προπομπός: αντί να βαδίσομε εμπρός, βαδίζαμε αντιστρόφως και το μεσημέρι φθάσαμε στο ίδιο χωριό που ξεκινήσαμε.
Τότε λοιπόν καθήσανε οι αξιωματικοί, ανοίξανε τους χάρτες και τους μελετήσανε καλύτερα. Καλέσανε και μερικούς Ρώσους καθώς κι εμένα. Μας δώσανε κατέφθιση, βάζοντας εμένα μπροστά για οδηγό.
Κατά καλή μου τύχη συνάντησα στο δρόμο μία σούστα. Ερχότανε από την κατέφθιση που βαδίζαμε εμείς. Ήτανε ο αμαξιλάτης και δύο έμποροι. Γυρνούσανε από κάποιο μεγάλο χωριό που είχαν πάει για τις δουλειές τους. Σταμάτησα και τους λέω:
-Σας παρακαλώ ακούστε με. Εμείς είμαστε Έλληνες και πάμε για την πατρίδα.
Μόλις άκουσαν το «Έλληνες» αμέσως προθυμοποιήθηκαν να μας εξυπηρετήσουν. Βγάζει ένας το μπλόκ από την τσέπη του και μου κάνει σχεδιάγραμμα ποια πορεία θα ακολουθήσομε, γράφοντας και τα χωριά που θα συναντούσαμε.

Πάσχα 1919
Έτσι προχωρήσαμε και σε μία μέρα φθάσαμε σε ένα μεγάλο χωριό Ρούσικο, καλός κόσμος. Ήτανε μεγαλοβδόμαδο, ακριβώς τη Μεγάλη Πέμπτη που βράζανε και κόκκινα αυγά. Εκεί ήρθε και με βρήκε ένας αδελφός του Δημήτρη Λάμπου, ο Ηλίας, ένας πολύ έξυπνος διότι δούλευε στην Αθήνα. Και μου λέει:
-Αύριο, Μεγάλη Παρασκευή, θα γυρίσομε το χωριό να τραγουδήσομε στα σπίτια το «Σήμερα μαύρος ουρανός». Και θα μαζέψομε και ψωμί και κόκκινα αυγά, που είδα πως βάφανε όλες οι νοικοκυρές.
Εγώ στην αρχή τον απέκρουσα, διότι αισθανόμουν ντροπή. Τελικά με κατάφερε. Καλμάρησα κι εγώ, διότι έπρεπε να οικονομήσω τροφή για τον εαυτό μου αλλά και για την παρέα μου, τον Επιλοχία και το Λοχαγό μου.
-Άντε, μου λέγει, Μήτσο θα οικονομίσουμε πολλά. Μάλιστα εσύ που σκαμπάζεις και λίγα ρούσικα θα τους σαγεινεύσεις οπωσδήποτε.
Με τα πολλά του τεχνάσματα ξεκινήσαμε. Αρχίσαμε γυρνώντας τα σπίτια και τραγουδώντας το «Σήμερα μαύρος ουρανός». Μας αποδέχονταν, μας δωρίζουν πρώτα αυγά και μας ρωτούσαν:
-Χλέπα γέστα [хлеб Есть];
-Γέστι [Есть], τους έλεγα.
Μας κόβανε και από μία φέτα ψωμί μανιτόβα και συνεχίζαμε. Τότε εξοικειώθην και εγώ. Πέταξα την τσίπα της ντροπής και προχωρούσαμε στο έργο μας. Πολλοί μας υποδέχονταν στα σαλόνια τους και μας δίνανε και βότκα. Περιεργαζότανε την στολή μας που ήτανε τσολιάτικη χακί. Όταν ακούγανε πως ήμαστε Έλληνες μας συμπαθούσαν πολύ ως ομόθρησκοι. Γεμίσαμε τα σακίδιά μας αυγά και ψωμιά, πηγαίνοντας ο καθένας στο Λόχο του. Επειδή είχαμε μάσει αρκετά, δόσαμε και σε άλλους συναδέλφους που πεινούσανε.
Και την ημέρα του Πάσχα ο Δήμαρχος του χωριού μοίρασε στους στρατιώτας αυγά και ψωμί.

Άφιξη στην περιοχή του Δνειστέρου
Περνώντας το Πάσχα αρχίσαμε πάλι την πορεία. Φθάσαμε σε ένα χωριό παραποταμίως του πλωτού ποταμού Δνήστερου, πάντοτε εγώ οδηγός. Εκεί είχανε καταφθάσει και όλα τα υπολείματα των Ρώσων καθώς και Αγγλογάλοι που προηγήθηκαν από εμάς. Αυτούς δεν τους χωρούσαν τα πλοία. Πήρανε αυτοκίνητα και είχανε φορτώσει τρόφιμα και για εμάς.
Κατασκινώσαμε λοιπόν σε ένα χωριό Ρούσικο μεγάλο παραποταμίως. Και άρχισαν οι στρατιώτες τις λεηλασίες πέρνοντας κότες πάπιες, χήνες κ.τ.λ.. Και ένας Παλαιογιανιτσιώτης πήρε μία χήνα.
Μείναμε εκεί για λίγο διότι πιο κάτω ήτο μία γέφυρα που θα περνούσαμε για τη Βεσαραβία της Ρουμανίας. Αλλά εκεί είχανε συναθροισθεί πολλοί Γάλλοι στρατιώτες της εφοδιοπομπής με τα τρόφιμα καθώς και πολλοί Ρώσοι πρόσφυγες, γυναίκες και παιδιά. Και περιμέναμε να έλθη η σειρά μας να περάσομε κι εμείς.

Ο στρατιώτης Τηλιγάδας(?)
Εκεί που καθόμασταν στη λιακάδα και συζητούσαμε πολλά και διάφορα, ένας στρατιώτης του λόχου μας ονόματι Ντελιγάδας από τα Κράβαρα, που ήμασταν μαζί στο Λόχο αυτό από κληρωτοί στη 2α πολυβολαρχία λέγει:
-Παιδιά, τη βλέπετε αυτήν την πολιτεία απέναντι στην όχθη του ποταμού προς τη Βεσαραβία; Έχω πάει σε αυτήν την πόλη μικρός.
Και του λέω:
-Πως πήγες βρε Δελιγάδα;
Μας λέγει:
-Όταν ήμουνα 13 χρονών, ήλθαμε 6-8 παιδιά για διακονία. Μας είχανε πάρει κάτι χωριανοί μας με ενοίκιο από τους πατεράδες μας για δύο χρόνια. Γυρίσαμε στα σπίτια, μαζεύαμε λεπτά, σιτάρι και άλλα τρόφιμα. Τους τα πηγαίναμε σε κάποιο χάνι, που είχανε το στέκι. Εκεί πωλούσανε τα σοδήματα και τα κάνανε λεπτά. Κυρίως μαζεύαμε πολλά αυγά.
Τότε εμένα κάτι με κτύπησε στο μυαλό μου και του λέγω:
-Βρέ Ντηλεγάδα πόσο χρονών είπες ότι ήσουνα;
-Σου λέγω 13 χρονών. Μόλις έβγαλα το σχολειό.
-Και πως ήλθατε εδώ, με τι μέσον;
-Μας κατέβασαν, λέγει, στον Πειραιά και μας βάλανε σε ένα βαπόρι. Μας έφερε στην Οδησσό περνώντας από την Κωνσταντινούπολη.
Του λέγω πάλι διότι ένοιωσα πως πλησιάζομε να γίνομε παλαιοί γνώριμοι:
-Βρέ Δελιγάδα μέσα στο βαπόρι γνωρίστηκες εσύ με κανένανε; Τα άλλα παιδιά που ήσασταν, είχατε γνωρίσει κανένα παιδί εκεί μέσα;
Μου λέγει:
-Ήτανε ένα παιδί στην ηλικία μου που πήγαινε με το θείο του στην Κωνσταντινούπολη. Μόλις φθάσαμε εκεί κατεβήκανε και εμείς τραβήξαμε προς την Οδησσό.
-Βρε Ντελιγάδα, να σε πάρη ο σατανάς, ήμασταν μαζί βρε! Δεν θυμάσαι που όλο κουβεντιάζαμε για το ταξίδι μας, που πάει ο ένας και που οι άλλοι;
-Ναι βρε Μήτσο, μου λέγει, έχεις δίκιο, έτσι είναι. Αυτό είναι αναπάντεχη σύμπτωση.
Τότε αρχίσαμε να διαλογιζόμεθα τα μαρτύριά μας ως παιδιά της τότε εποχής. Μας εκμεταλλευότανε οι διάφοροι καιροσκόποι ή κερδοσκόποι. Όλα τα παιδιά που είχανε παρακολουθήσει το διάλογό μας μένανε έκπληκτοι από την τόσο Οδύσσεια….
Λοιπόν είπαμε πολλά τότε με τον Δηλιγάδα… Τόσα χρόνια μαζί σε ένα Λόχο από το 1914 μέχρι το 1918 και δεν είχαμε πιάσει καμία φορά συζήτηση για τα παιδικά μας χρόνια. Διότι αυτός έκανε παρέα με τους δικούς του πατριώτας καθώς κι εγώ με τους δικούς μου.

Στη γέφυρα του Δνείστερου
Ήλθε η ώρα να ξεκινήσουμε για τη γέφυρα. Βαδίσαμε αρκετή ώρα και φθάσαμε στις εκβολές του ποταμού που ήτανε η γέφυρα. Είχε και σιδηροδρομική γραμμή επάνω. Είχε σταματήσει ένα τραίνο με τον εφοδιασμό των Συμμάχων και με ένα βαγόνι που το προώριζαν για τους Έλληνες.

Στη Βεσσαραβία
Περάσαμε λοιπόν πλέον στη Βεσσαραβία που ήτανε και ακροθαλασιά. Είδα πολλά βαπόρια. Ρώτησα κάποιον Ρώσο μήπως ήλθανε να πάρουνε εμάς τους Έλληνες. Και μου λέγει:
-Είναι συμμαχικά. Θα πάρουνε εμάς τους Ρώσους να μας πάνε στον Άγιο Αρχάγγελο. Εκεί είναι ακόμα Εθνικιστές που πολεμάνε με τους Μπολσεβίκους.
Εκεί φθάσανε πολλοί πολίτες από την Οδησσό, πρόσφυγες. Τους διαμοιράσανε στα χωριά. Αλλά τους στρατιώτες που ήτανε όλο αξιωματικοί, δεν επιτρεπότανε να τους δεχθή η Ρουμανία. Κι έτσι ανέμενον διαταγή να μπούνε στα πλοία για τον Αρχάγγελο, που νομίζω είναι στα άλλο άκρο της Ρωσίας. Αλλά όπως μάθανε κατέρευσε και εκείνο το μέτωπο. Πήγανε όλοι ως πρόσφυγες στη Γαλλία, Αγγλία και Αμερική.
Ώσπου να γίνει η συνεννόηση τι θα γίνομε εμείς και οι Ρώσοι, καθυστερούσαν τα τρόφιμα να έλθουν από την απέναντι όχθη. Πεινάσαμε όλοι και πήγε κάποιος αξιωματικός μας στην απέναντι όχθη της γέφυρας που ήτανε τα βαγόνια. Τσακώθηκε με ένα Γάλλο για την καθυστέρηση. Μάλιστα τραβήξανε και τα πιστόλια, οπότε επενέβησαν παριστάμενοι ψυχραιμότεροι και τους σταμάτησαν.
Τότε μας στείλανε τα τρόφιμά μας και πήραμε από μία κουραμάνα και κονσέρβες. Οι Ρώσοι οι φουκαράδες οι αξιωματικοί, που είχανε μαζί και τα άλογά τους γυρίζανε πουλώντας τα άλογά τους για μία κουραμάνα.

Το δράμα των Ρώσων αξιωματικών
Καθώς καθόμουν εγώ, ο Λοχαγός και ο Επιλοχίας, έρχεται απέξω από τη σκηνή μας ένας Ταγματάρχης Ρώσος με μία αλογάνα σελάτη και έδειχνε πως το πουλούσε. Μου λέγει ο Λοχαγός:
-Πες του εσύ που ξέρεις ρούσικα, εάν το πουλάη και πόσα ρούβλια θέλει.
Καθότι είχαμε πολλά λίγα πάρει από την Οδησσό. Βγαίνω έξω και τον ρωτώ:
-Σκόλκο ροβόλ [сколько рублей];
Και μου λέγει:
-Νο ρούβλ. Γέστη χλέπα [Не рублей. Есть хлеб];
Δηλαδή «Όχι με λεπτά. Έχεις ψωμί;». Και λέω στον Λοχαγό:
-Θέλει ψωμί.
Μόλις είχαμε πάρει από μία κουραμάνα τρεις εν όλω. Αποφασίσαμε να δώσουμε την μία για να πάρομε το άλογο. Ήτανε απαραίτητο για το Λοχαγό που δεν μπορούσε να κάνη πορεία και ούτω έγινε. Πήραμε το θηρίο άλογο με μία κουραμάνα.
Ήτανε να κλές με το δράμα των Ρώσων αξιωματικών. Η Ρουμανία δεν τους δεχότανε, τα πλοία δεν τους πέρνανε ακόμα διότι ήτανε μακριά ο Αρχάγγελος. Και εκεί κατέρρεε το μέτωπο…

Πως σχηματίσθηκε το έφιππο ευζωνικό
Πούλησαν όλα τα άλογά τους για ένα κομμάτι ψωμί για να επιζήσουν. Το Σύνταγμά μας είχε αγοράσει περί τα 20. Άλλα πήρανε αξιωματικοί και άλλα οι στρατιώτες. Τα χρησιμοποιήσανε μέχρις ότου φθάσομε σε κάποιο σταθμό τραίνου. Από εκεί τα παρέλαβε το Σύνταγμα. Όταν φθάσαμε στη Σμύρνη συγκρότησε ευζωνικό ιππικό ο Πλαστήρας.

Στο Άκερμαν
Μείναμε εκεί 2-3 μέρες μέσα στην αμουδιά που δεν μπορούσες να περπατήσεις. Αρχίσαμε και πάλι την πορεία. Τώρα πήραμε την αριστερή όχθη του μεγάλου ποταμού Δνήστερου προχωρώντας προς τα πάνω. Μετά μια μέρα πορεία φθάσαμε δίπλα στην πόλη Άκερμαν (Εικ.8), σε ένα χωριό που το μισό ήτανε Γερμανικό και το μισό Ρούσικο.
Στρατοπαιδεύσαμε στον Γερμανικό τομέα, που ήτανε πιο καλός και καλύτερα σπίτια. Είχανε χώρο για το γραφείο και τις διάφορες υπηρεσίες καθώς και αποθήκες χόρτου για τους στρατιώτες. Εγώ και πάλι στην υπηρεσία του Δραγουμάνου. Στο διάστημα αυτό τα είχα προχωρήσει τα ρούσικα. Φρόντισα βρήκα δωμάτια για όλους εμάς. Όλους τους αξιωματικούς του Συντάγματος καθώς και το Λοχαγό. Αμέσως άδειασαν το σαλόνι τους και δύο κρεββατοκάμαρες και τα μεταφέρανε στη σοφίτα, υπακούοντας πρόθυμα στο νόμο της επιτάξεως.
Στήσαμε το γραφείο στο σαλόνι και το βράδυ πήγαμε να κοιμηθούμε. Στρώμα και μαξιλάρια μας τα είχανε αφήσει πουπουλένια διότι θρέφανε πολλές κότες, χήνες, πάπιες, κ.ά.. Κοιμηθήκαμε λοιπόν στο ανώτερο ξενοδοχείο. Ο Λοχαγός μου έδωσε συγχαρητήρια διότι κοιμήθηκε, μου έλεγε, καλλίτερα και από το σπίτι του. Οι κάτοχοι του σπιτιού ανέβηκαν στη σοφίτα μαζί με δύο κοριτσάκια που κοιμόντουσαν εκεί. Και εκεί είχανε καλή επίπλωση και ζέστη.
Τα σπίτια ήτανε σκεπασμένα με σάλωμα αλλά ήτανε τόσο μορφοφτιαγμένα, που χαιρόσουνα να τα βλέπης. Ως για το εσωτερικό των σπιτών, θαύμα! Σαλόνια ωραία, κρεββατοκάμαρες… Όλα στρωμμένα με χαλιά ακόμα και τα τείχη.

Οικιακή οικονομία μιας γερμανικής οικογένειας στο Άκκερμαν
Ξημέρωσε το πρωΐ και πήγαμε δίπλα που είχε μία ωραία και μεγάλη κουζίνα για να βράσουμε λίγο τσάϊ για το πρωϊνό μας. Τι να δουν τα μάτια μου; Αυτή η Γερμανίδα ήτανε καλλιτέχνις. Είχε φτιάξει μία στόφα σαν αυτά που έχουνε τα ξενοδοχεία με υλικά πλήθα χωματένια. Με φούρνο και μάτια πάνω για κατσαρόλες. Έφτιαξα κι εγώ το τσάϊ χωρίς να προσέξω το κάψιμο όλο. Και όταν το πρόσεξα, είδα να χρησιμοποιή σβουνιές από τις αγελάδες της που είχε, τρεις ελβετικές. Και είχε και δύο άλογα που τα φρόντιζε ένας υπάλληλος. Και όπως αργότερα τον παρακολουθούσα, είδα να ζημώνει τις κοπριές με άχυρα. Κατόπιν το μίγμα το άπλωνε στο αλόνι και με ένα εργαλείο το τεμάχιζε σε τετράγωνα κι έτσι τα γύριζε τακτικά και ξεραινότανε. Τα στοίβαζε σε μία αποθήκη και εξασφάλιζαν την καύσιμο ύλη της χρονιάς τους.
Για το άρμεγμα είχανε μηχανή. Μόλις τελείωνε το άρμεγμα το περνούσανε στη μηχανή και το αποβουτηρώνανε. Το ’ριχνε στους κουβάδες και το πίνανε τα μοσχάρια σαν νερό. Δεν φαινότανε όμως άπαχο επειδή πίνανε αποβουτυρωμένο γάλα κι επειδή δεν υπήρχαν τότε Ψυγεία.
Είχε φτιάξει η Γερμανίδα με την διανοητικότητά της στην αυλή της ένα υπόγειο αμπρί, ωραίο θαλαμίσκο, σκεπασμένο με χοντρά ξύλα και από πάνω πολύ χώμα. Μία σκαλίτσα από μέσα και μία ωραία πόρτα. Και εκεί έβαζε τα βούτυρα, τα τυριά, τα αυγά, τα διάφορα παστά χοιρινά, που πήγαινε κάθε Σάββατο ο άντρας της. Ένας Γερμαναράς που δεν τον είδα ποτέ να πιάση το χέρι του δουλειά. Όλο με την τσιμπούκα στο στόμα τον έβλεπα. Πήγαινε λοιπόν με μία καρότσα στο παζάρι, πωλούσε τα αυγά που είχανε πάρα πολλά, τα χηνάρια, τα παπάκια, τα κοτόπουλα και αγόραζε, όπως είπαμε, τα απαραίτητα του σπιτιού. Κυρίως διάφορα χοιρινά παρασκευάσματα. Η γυναίκα του ήταν τόσο εργατική και νοικοκυρά που της άξιζε ο τίτλος της Γερμανίδας νοικοκυρά, όπως τα περνούσαν τότε οι Γερμανίδες.
Καθήσαμε αρκετό καιρό εκεί. Το πρωΐ ερχότανε οι στρατιώτες και πέρνανε φθηνό γάλα, από το αποβουτηρωμένο. Το βράζανε στην αυτοσχεδίαστη κουζίνα και τρώγανε, όπως όλοι μας, επειδή δεν προλάβαιναν να βράσουν όλοι το γάλα τους ο καθένας με την καραβάνα του. Αναγκάσθηκε η Γερμανίδα για να εξυπηρετούμεθα γρήγορα φτιάχνει δίπλα άλλον πρόχειρο φούρνο με πλήθος ομοίων σαν τον πρώτο. Κι έτσι και αυτή έπαιρνε λεπτά, πουλώντας το γάλα κι εμείς εξυπηρετούμεθα καλύτερα. Κι όποιος από εμάς είχε λεπτά, έπαιρνε και βούτυρο φρέσκο και έτρωγε.
Τις αγελάδες τις βγάζανε το πρωΐ. Τις μάζευε ο βοσκός και τις βοσκούσε πολύ κοντά, που ήτανε πολλά λιβάδια με άφθονα χόρτα και μία ποτήστρα με ένα πηγάδι. Για την άντλησή του είχανε κάμει ένα ζυγό με ένα μακρυπότηρο. Στη μία άκρη είχε τον κουβά και στην άλλη δεμένη μία πέτρα. Τραβούσε τον κουβά προς τα κάτω, γέμισε νερό, το ανέβαζε και το έχυνε στα κανάλια που πίνανε οι αγελάδες.
Μια μέρα που ήτανε ζέστη στήσανε σε ένα μέρος ένα κλίβανο φορητό. Κλιβάνισαν οι στρατιώτες όλα τα ρούχα τους και τις κουβέρτες διότι είχανε πιάση ψείρες. Κι εκεί ο εφοδιασμός μας ήτανε πενιχρός και δικαιολογημένα, διότι ήμασταν μακρυά από τις βάσεις μας.
Τότε νομίζω πως πέτυχε ο Βενιζέλος την παραχώριση μέρος της Μικράς Ασίας στην Ελλάδα, την περιφέρεια της Σμύρνης. Και άρχισε να ετοιμαζόμεθα και εμείς για να πάμε στη Σμύρνη.

Αναχώριση από το Άκερμαν-άφιξη σε ρουμανικό χωριό
Ξεκινάμε από εκεί και σταθμεύοντας σε διάφορα χωριά για ξεκούραση και για παρασκευασμό φαγητού διότι δεν υπήρχαν νερά παρά στα χωριά με πηγάδια και την συνήθη άντληση του ζυγού. Στον πάτο του χωριού είχανε φτιάξει όλα από μία τεχνητή λίμνη με χώμα που κρατούσε νερό χειμώνα-καλοκαίρι για πότισμα των ζώων και για τις πάπιες τους. Η Βεσσαραβία δεν είναι επίπεδη όπως η Ουκρανία. Είναι μεν επίπεδη αλλά κυματοειδής. Τα χωριά τα κτίζανε στο βάθος του κύματος που τους επέτρεπε να φτιάχνουνε και τις λίμνες στον πάτο του χωριού.
Μαζί μας είχαν ακολουθήσει και 5 Ρώσοι αξιωματικοί με τα άλογά τους και συζούσαν στον δικό μας λόχο. Κάθε πρωΐ έπρεπε να κάνουνε σουηδική γυμναστική. Κρατούσανε ένα άλογο ξεσαμάρωτο, στηρίζανε τις 2 παλάμες τους στη ράχη του αλόγου και πηδούσανε στην απέναντι μεριά, μεγάλη άσκηση.
Ο καιρός βροχερός και βρισκόμασταν εκείνη την ημέρα σε ένα Ρουμανικό χωριό. Και η Βεσσαραβία κατοικότανε από Ρουμάνους, Ρώσους και Γερμανούς. Το χωριό αυτό φαίνεται πως ήτανε φτωχό. Μου έκανε μεγάλη έκπληξη, όταν παρακολούθησα μία ομάδα αντρών να αλάζονται καπνίζοντας ένα τσιγάρο από στόμα σε στόμα. Εγώ είχα πάρει από την Οδησσό μερικά κουτιά και είχα ακόμη 2-3. Πάω στη σκηνή, παίρνω ένα κουτί και τους το πρόσφερα.
Ήλθε η διαταγή εν τέλει να ταχύνομε εν τέλει την πορεία μας για να πάμε για τη Σμύρνη που είχανε κιόλας αποβιβασθή άλλα τμήματα από την Ελλάδα. Προχωρούμε λοιπόν και φθάνομε πιο πάνω σε ένα άλλο χωριό που είχε απέραντο χώρο στεγανό και που ορίσθη τόπος συγκεντρώσεως όλης της Μεραρχίας, δηλαδή τα υπολείματα.

Συγκέντρωση της ΧΙΙΙης Μεραρχίας
Συγκεντρωθήκαμε εκεί όλα τα τμήματα. Μέχρι εκεί βαδίζαμε χωριστά για να βολευόμεθα. Στα χωριά εκεί αντάμωσα πολλά παιδιά πατριώτες συγκληρωτούς, καθώς και τον μετέπειτα κουνιάδο μου Ηλία που ήμασταν πολύ φίλοι και στο σχολείο και ως κληρωτοί. Ήτανε και καλή μέρα και αρχίσανε όλοι να παίζουνε και να γελάνε με διάφορα παιχνίδια όπως το κρυφτάκι με τα χαστούκια. Με ταράξανε και μένα στα χαστούκια κάτι Σιγδιτσιώτες φίλοι μου [από τη Σεγδίτσα Φωκίδας, σήμερα Προσήλιο].

Στο Γαλάτσι Ρουμανίας
Συναχτήκαμε λοιπόν εκεί όλη η Ελληνική δύναμις. Βαδήσαμε προς δυσμάς να φθάσομε σε ένα σταθμό τραίνου. Φθάσαμε και μπήκαμε σε κάτι βαγόνια των 8 ίππων και 40 αντρών. Ξεκίνησε το τραίνο που τα καύσιμά του ήτανε με ξύλο και πήγαινε σιγά-σιγά σαν γάϊδαρος, καίτοι το έδαφος εκεί ήταν πάλι όπως της Ουκρανίας απέραντος κάμπος. Να βλέπης μόνον τον Θεό χωρίς καθόλου βουνά. Σταματούσε να ξεκουραστή και να δυναμώνη τη φωτιά του καζανιού. Επί τη ευκαιρία αυτή, πήγαινε σιγά-σιγά. Ανεβήκανε και χωρικοί Ρουμάνοι να ταξειδέψουν δωρεάν. Τους λυπόμασταν και τους βάζαμε στα βαγόνια μας.
Ίσως κάναμε δυό μέρες να φθάσομε στο Γαλάτσι (Εικ.9), πόλη ωραία κτισμένη παραδουναβίως με παραλία και γεμάτη όπως τα παραθαλάσια. Προτού φθάσομε στην πόλη, στο άκρο, περνούσε κι εκεί άλλο ποτάμι, επίσης πλωτό που το λέγανε Δνήπερο. Εκεί σταμάτησε το τραίνο και βγήκαμε έξω. Μόλις μας είδανε κάτι Έλληνες που είχανε πλοία εκεί κοντά μας πλησίασαν και μας χαιρέτησαν. Χαρήκανε που είδανε στρατό Ελληνικό!
Περπατώντας προς το μουράγιο είδαμε πολλά ποταμόπλοια που τα λέγανε Σελέπια. Αυτά ήτανε φορτηγά που κουβαλάγαν με τα αμπάργια που είχαν σιτάρια καλαμπόκια, κυρίως μέσω των ποταμών, στις διάφορες πόλεις. Και ήτανε όλοι Έλληνες από την Κεφαλληνιά. Είχανε μαζί τους και τις οικογένειες.
Προχωρήσαμε πεζή και φθάσαμε στην πόλη. Εκεί βρήκαμε πολλούς Έλληνας. Πήγαμε να πιούμε γάλα Έλληνας, πήγαμε να κουρευτούμε Έλληνας. Η παραλία του ήτανε όπως ο Πειραιάς τα παλαιά χρόνια. Καθήσαμε εκεί μία εβδομάδα περιμένοντας τα πλοία να έλθουνε. Γυρίζαμε στην πόλη για τα αξιοθέατα. Ήτανε και πολύ ζέστη θυμάμαι. Μπήκαμε με κάτι παιδιά σε ένα παγωτατζήδικο, φάγαμε ωραίο παγωτό και το θυμάμαι ακόμα. Ως για τα καφενεία και εστιατόρια, άχρηστα! Καφές νοθεμένος, φαγητά βοδινό κρέας με λάχανο. Ευτυχώς είχαμε ρούβλια πολλά και τα πέρνανε. Αργότερα τα χάσανε, όπως πολλοί, διότι τα αχρήστεψαν οι μπολσεβίκοι.

Διάπλους του Δούναβη[4]. Προς τη Σμύρνη
Φθάσανε λοιπόν 2 ελληνικά πλοία και μας πήρανε διασχίζοντας τον Δούναβη. Κάναμε 6 ώρες να φθάσομε στας εκβολάς στη Μαύρη θάλασσα, που ήτανε μία πόλη τα Σολινά. Σημειωτέον ότι στο Γαλάτσι το πλοίο παρέλαβε άλλος καπετάνιος του ποταμού. Μόλις φθάσαμε στας εκβολάς με μεγάλη ορμή ώθησε το ποτάμι το πλοίο στη θάλασσα. Κατέβηκε ο καπετάνιος του ποταμού και τον πήρε η βάρκα για τα Σοληνά.
Ο Δούναβης είναι σχεδόν ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς. Από το Γαλάτσι μέχρι τας εκβολάς του στη Μαύρη θάλασσα είχε ανωμαλίες. Σε πολλά μέρη έβλεπες νισάκι με ψαρόβαρκες με καγγέλια λόγω της μορφώσεως του εδάφους. Από το μισό και κάτω ήτανε περιωρισμένο και κτισμένο από τα πλάγια.
Μπαίνοντας λοιπόν στη Μαύρη θάλασσα ήτανε σαν μισοσκόταδο. Γι’ αυτό τη λένε Μαύρη θάλασσα, διότι πάντα έχει μαύρη ομίχλη. Βαδίζαμε τώρα για τη Σμύρνη….

Στην Πόλη. Nοσταλγικές αναμνήσεις από τα Ψωμαθειά-επαγγέλματα.
Φθάσαμε στην Κωνσταντινούπολη και σταμάτησαν τα πλοία για να εφοδιασθούν μπροστά στην Προποντίδα.
Τότε εγώ κάρφωσα πάλι το μάτι μου στα ωραία Ψωμαθιά, καθότι ήτανε κατάντικρα… Αναπολούσα φέρνοντας στο νου μου τα παιδικά μου χρόνια που γύριζα στα σοκάκια, δηλαδή τους μαχαλάδες του Αράκ Κουγιουσούν. Είχα δικό μου τομέα το καραγγιόζ σοκάκι.
Χτυπώντας το κουδούνι, βγαίνανε οι κυράδες για ψώνια. Γύριζαν και άλλοι γυρολόγοι Τούρκοι πουλώντας άλλοι γιαούρτι με τον ταυλά στο κεφάλι, που είχε τα ταψιά με τη γιαούρτη και τη ζυγαριά με τα δράμια. Κατέβαζε το στρόγγυλο στρήποδο που είχε στον ώμο να βοηθά τον ταυλά και πουλούσε φημισμένο σιλιβριανό γιαούρτι μέσα σε ταψιά (Εικ.10).
Άλλοι πουλούσανε με ταβλάδες ένα ωραίο γλυκό, το λέγανε μαλεπή, σαν τα δικά μας μουσταλευριά (Εικ.11). Άλλοι πουλούσανε τουρσί λάχανο με ένα βαρελάκι στον ώμο. Πουλούσανε και ζωμό με ένα κύπελο. Άλλος είχε ένα μπρούτζινο δοχείο στην πλάτη του. Το πρωΐ πουλούσε σαλέπι (Εικ.12) και το μεσημέρι σερμπέτι, ένα είδος αναψηκτικό.
Χώρια οι ψωμάδες με το άλογο (Εικ.13). Είχε ένα δίδυμο κουφήνι στο σαμάρι του αλόγου σαν δησάκη και μοιράζανε το ψωμί στα σπίτια βερεσέ. Και για την καλύτερη μέθοδο, διότι δεν ήξεραν γράμματα, ήχανε ένα κομμάτι ξύλο και χαράζανε μία κόκα για κάθε οκά ψωμί. Έτσι τα μετρούσανε κατά την πληρωμή και πληρωνόντουσαν. Αυτό ήτο το ασφαλέστερο διότι δεν χωρούσε πλαστογραφία. Το ίδιο σύστημα είχανε και οι Βούλγαροι γαλατάδες (Εικ.14).
Κοίταζα λοιπόν αυτά τα μέρη που έζησα τα παιδικά μου χρόνια και νοσταλγούσα να τα ξαναδώ. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν κατόρθωσα. Το μόνο εμπόδιο ήτανε τώρα που ευκαιρούσα να πάω ως τουρίστας δεν ήτανε το κλίμα καλό με την Τουρκία. Έτσι αν δεν κατορθώσω να πάω - ακόμη έχω ελπίδες στα σημερινά μου 81 χρόνια - θα πεθάνω με την καρδιά καμένη που λέγει ο λόγος.
Σαλπάρανε λοιπόν τα πλοία για τη Σμύρνη. Τα πρώτα τμήματα από την Ελλάδα είχανε πάει από καιρό. Όταν πλέον δεν έβλεπα τίποτα από την Πόλη είπα:
-Χαίρε, ωραία μου Πόλη, που μου έδωσες τα πρώτα φώτα της ζωής μου…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

[1] Φωτογραφίες από τα Υψωμαθεία αυτής της εποχής έχουν δημοσιευθεί στο: Όμορφες χώρες, χώρες ελληνικές του Πέτρου Μεχτίδη (1834-1934, Επετειακό Λεύκωμα Εκατονταετηρίδος Ιερού Ναού Αγίου Μηνά του Θαυματουργού Υψωμαθείων).
[2] Καρακώστας Ηλία του Νικολάου, Υπολοχαγός πεζικού. Γεννήθηκε στα Αργύρια Φθιώτιδας το 1894. Μετείχε των εκστρατειών 1917-23 (από: ΜΣΝΕ, τόμος 4, σελίδα 282).
[3] Φορμόζης Σταύρος του Δημητρίου, Ταγματάρχης πεζικού. Γεννήθηκε το 1889 στο Βόλο. Μετείχε των πολέμων 1912-13 και 1917-23. Αποστρατεύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1926 και απεβίωσε στις 11 Αυγούστου 1926 (από: ΜΣΝΕ, τόμος 6, σελίδα 544).
[4] Για το διάπλου του Δούναβη παράβαλε και: Πολεμικό Ημερολόγιο Χρήστου Αλεξόπουλου (Απόσπασμα 2).



ΕΙΚΟΝΕΣ




Εικ.1. Ελευθερές Καβάλας, 1919: τα πλοία περιμένουν την επιβίβαση του ελληνικού στρατού.



Εικ.2. Χάρτης Κωνσταντινούπολης. Σε γαλάζιο κύκλο η περιοχή των Υψωμαθείων.



 Εικ.3. Τα Υψωμαθεία (τουρκ. Samatya) κατά τις αρχές του 20ου αιώνα.



 Εικ.4. Η Οδησσός στις αρχές του 20ου αιώνα.




Εικ.5. Αυτοκρατορικοί στρατώνες Οδησσού: διλοχία του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. Μπροστά ο Λοχαγός Χριστόπουλος (διοικητής 7ου Λόχου, 2ου Τάγματος).



 Εικ.6. Ρώσοι στρατιωτικοί το 1916.



 Εικ.7. Πολωνοί στρατιωτικοί το 1919 με τη σημαία τους.



Εικ.8. Το Άκκερμαν στις αρχές του 20ου αιώνα.



Εικ.9. Γαλάτσι: η οδός Domnească to 1905.



Εικ.10. Πωλητές γιαουρτιού.



 Εικ.11. Μουχαλεπιτζής το 1880.



 Εικ.12. Σαλεπιτζής.



 Εικ.13. Πωλητής ψωμιού το 1921.



 Εικ.14. Γαλατάδες.




ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ


Εικ.2. Από: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 13, σελίδα 589.


ΠΗΓΗ


Οικογενειακό αρχείο Αναστασίου Παπανικολάου.



Δημοσίευση σχολίου