ΟΘΡΥΣ

ΟΘΡΥΣ
Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό την προβολή της τοπικής ιστορίας της Φθιώτιδας. Παρουσιάζονται ιστορικά γεγονότα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό. Παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι συμμετείχαν και βίωσαν γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα. Προτιμάται ο επώνυμος σχολιασμός των αναρτήσεων. Στις αναδημοσιεύσεις παρακαλούμε για την αναφορά της πηγής προέλευσης. © Σωτήρης Γ. Αλεξόπουλος.

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897: μαρτυρίες του Πέτρου Ε. Βρυζάκη για τις επιχειρήσεις στη Φθιώτιδα. Μέρος Γ΄

Στο Γ΄ και τελευταίο μέρος ο Πέτρος Ε. Βρυζάκης κλείνει τον κύκλο των εντυπώσεών του από τον «ατυχή» ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 μέσα από τις γραμμές επιστολών που έστειλε σε φίλο του στην Αθήνα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιγραφές του φθιωτικού τοπίου, όπως ξεδιπλώνεται στα μάτια του θεατή, από την κορυφή του λόφου του Προφήτη Ηλία. Ο Βρυζάκης βρισκόταν εκεί σε υπηρεσία, τέλεσε μάλιστα και μνημόσυνο στη μνήμη των πεσόντων μέσα στο ναό του προφήτη Ηλία.

Το κείμενο έχει ως εξής:
«
ΑΝΑΚΩΧΗ
Και ήρξατο η μαρτυρική ζωή της ανακωχής, της αταλευτήτου, της αιωνίως μηκυνομένης, ήν διήλθομεν με αδιηγήτους ταλαιπωρίας, με κόπους και πικρίας και με τον αιώνιον πόλεμον κατά των καταιγίδων, των βροχών των αδιακόπων, κατά του καύσωνος του φοβερού, του αδυσωπήτου, κατά των οποίων ουδέν ηδυνάμεθα ν’ αντιτάξωμεν ειμή την υπομονήν την Ιώβειον, κλίνοντες την κεφαλήν και αναμένοντες εκ Θεού πλέον το τέρμα των δεινών μας.
Η περιγραφή του βίου τούτου, από της ανακωχής μέχρι της υπογραφής της ειρήνης, ηδύνατο να πληρώση σελίδας μακράς και πικράς. Παραθέτω μόνον ενταύθα αποσπάσματα επιστολών, άς έπεμψα εις αγαπητόν μου εν Αθήναις φίλον κατά το διάστημα τούτο, και εκ των οποίων κρίνει τις, ποίας εντυπώσεις ενεχάραξεν εις τας καρδίας μας ο περιπετειώδης αυτός βίος.

Ταράτσα, 8 Μαΐου 1897
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .          .
Το γενικόν μέρος των μέχρι τούδε συμβάντων είνε τόσω τραγικόν, τόσω δραματικόν, ώστε ούτε να θίξω εν τη επιστολή μου τάς περιπετείας του στρατού τολμώ. Χρειάζεται γραφίς Δάντου, να περιγράψη την φρίκην ήν αισθάνομαι από όσα είδα! Εικόνες άκρως θλιβεραί εις κάθε βήμα. Θυσία ανθρώπων ματαία και εξ αβουλίας. Παραλυσία γενική. Πολεμά όποιος θέλει και όπως θέλει. Συνταγματάρχαι βαδίζουν άνευ συνταγμάτων και στρατιώται κατά μπουλούκια περιπλανώνται άνευ αξιωματικών. Έκαστος πηγαίνει όπου θέλει και κάμνει ό, τι θέλει. Έλειψε πάς δεσμός συνεχής και πειθαρχίας. Πάς ηθικός δεσμός μεταξύ των στρατιωτών και μεταξύ στρατιωτών και αξιωματικών εθραύσθη. Λόχοι βαδίζουν κατά του εχθρού ημίσεις. Τα στρατηγικά λάθη φρικώδη, φοβερά, δολοφονικά. Εγκατάλειψις επικαίρων θέσεων και προσπάθειαι κατόπιν προς κατάληψιν αυτών, ενώ εν τώ μεταξύ κατελαμβάνοντο υπό του εχθρού. Δύο τοιαύτα λάθη εις την Δερβέν Φούρκαν, μας εκόστισαν την πρόοδον των Τούρκων εις την Παλαιάν Ελλάδα. Αι πόλεις ερημούνται κατά δραματικώτατον τρόπον. Το θέαμα της Λαμίας χθές εκτάκτως σπαρακτικόν: Την πόλιν περιέτρεχον αντάρται, φυλακισμένοι απολυθέντες και στρατιώται αναμίξ. Τα καταστήματα διηρπάζοντο. Αι αποθήκαι του υλικού είχον εκβιασθή και έκαστος εθεάτο κρατών εις χείρας δύο τυφέκια, τρία σπαθιά, δύο κουβέρτας και ότι άλλο κατώρθωσε να δράξη εις την αναμπουμπούλαν την φρικτήν, καθ’ ήν διαπληκτισμοί και κραυγαί και ιαχαί ανεμιγνύοντο και απετέλουν αλγεινότατον θέαμα και άκουσμα. Οι σάκκοι του άρτου και του διπυρίτου, εκχυνόμενοι εις τας οδούς, προυκάλουν σκουντήματα και ποδοκυλίσματα, αναμιμνήσκοντα τάς σκηνάς των βαπτιστικών εις τα χωριά πού ο νουνός σκορπά ‘ς τά παιδιά τα δίλεπτα, αν ειμπορή κανείς να φέρη την κωμικήν αυτήν σκηνήν εις παράστασιν της τραγικής σκηνής καθ’ ήν αρπαλέως, άνδρες γενειοφόροι, μεσήλικες και γέροντες, με γουρλωμένα μάτια, ώρμων κατ’ αλλήλων ν’ αρπάσουν, να τσουβαλιάσουν ό. τι εύρουν.
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .          .
Λυπηραί αι συνθήκαι υφ’ άς η Ελλάς έδρασε, αλγεινά τ’ αποτελέσματα και το μάθημα σκληρότατον· αλλά να ελπίσωμεν αισιώτερον μέλλον; Ας το ίδωμεν. Έν μόνον σού λέγω, ότι αν ο τουρκικός στρατός θελήση σήμερον να προχωρήση, ει; τρείς ημέρας δύναται να είνε έξωθεν των Αθηνών. Αυτή είνε γυμνή, καθαρά, σκληρά η αλήθεια …..

Ταράτσα, 18 Μαΐου.
Ο βίος μας ο πολεμικός εξακολουθεί, αλλ’ ο πόλεμος και οι κίνδυνοι ετελείωσαν πιθανώς. Τώρα αναπαυόμεθα κάπως και κατερχόμεθα ενίοτε και εις Λαμίαν. Χθές ήμην μετά του κ.Έσσλιν, όστις μας έλεγε περί της αβεβαιότητος των πραγμάτων. Τη αληθεία αυτή η αβεβαιότης μας τυραννεί και ημάς όχι όλίγον, διότι αναγκαζόμεθα δύο συντάγματα, να είμεθα πάντοτε επί ποδός. Απόψε την νύκτα το Σύνταγμά μας θα αντικαταστήση το 1ον εις τας προφυλακάς. Αι διαθέσεις του εχθρού φαίνονται πάντοτε ανησυχητικαί, διότι κατέλαβε πολλά σημεία, καθορισθέντα ως ουδετέρα ζώνη. Πρόσθες και το άπιστον του Τούρκου διά να έχης πλήρη την ψυχολογικήν κατάστασιν της ταξιαρχίας μας, μολονότι το 2ον σύνταγμα διατηρεί ακμαίον κάπως το φρόνημα και αρκετήν ψυχραιμίαν. Δεν δύνασαι να φαντασθής τι τεμπελιά μας κατάλαβεν όλους. Είνε γενική η κατάπτωσις των σωματικών μας δυνάμεων, μετά τους τόσους κόπους και τάς πικρίας.
Έχεις δίκιον, ότι για μερικούς έγινεν ο πόλεμος. Αυτό είνε το παράπονον όλων εδώ των εν τω στρατοπέδω. Σε βεβαιώ όμως ότι δεν θα ήλλασσον την θέσιν μου με αυτούς που σεργιανούν ’ς τα καφενεία και τάς πλατείας των Αθηνών, και άς είμεθα και νικημένοι. Σε βεβαιώ επίσης ότι η μόνη μου πίκρα είνε πού δεν έλαβα μέρος εις την μάχην του Δομοκού, διότι εκεί η ταξιαρχία μας ήτο γενική εφεδρεία και δεν έλαβε μέρος. ήτο δε η μάχη εκείνη η καλλιτέρα και η ωραιοτέρα. Εκεί ο Μήτσος ο Καλύβας μόνον από ’μας επολέμησε, και εξετέλεσε λαμπρά το καθήκον του. Ο Κώστας ο Κοϊτσάνος έμαθα ότι επολέμησε και αυτός λαμπρά εις Βελεστίνον υπό τον Σμολένσκην. Ύστερα από τόσον ενθουσιασμόν και τόσην γενναιότητα όλων των νέων, δεν είναι φρικτόν, δεν είναι απελπιστικόν να μας έχη κλεισμένους ο Τούρκος μέσα ’ς τη Λαμία. Πώς φουσκώνει το στήθος μου όταν το συλλογίζωμαι και πώς τα δάκρυα ανεβαίνουν ’ς τά μάτια μου πικρά, φαρμακερά. Κλίνωμεν τον αυχένα. Είμεθα ηττημένοι ….

21 Μαΐου Ταράτσα.
Ευρισκόμεθα σήμερον από της 2ας πρωϊνής εις την πρώτην γραμμήν των προφυλακών, του τάγματός μας αντικαταστήσαντες το 2ον τάγμα. Μόλις μια στιγμή είδα τον Κώσταν και τον εφίλησα για την εορτήν του. Τώρα ευρισκόμεθα μεμακρυσμένοι και μας αποκρύπτουν λόφοι και πουρνάρια. Αυτήν την στιγμήν κάθημαι εις την γραμμήν των διπλών σκοπών. Δεξιά μου ίσταται ο σκοπός ο τεταγμένος παρά την μικράν λευκήν σημαίαν, το σύμβολον αυτό το γλυκύ της ειρήνης. Δεξιώτερα και αντιθέτως οι λοιποί σκοποί, ακίνητοι, προσηλωμένοι προς το απέναντι μέρος, το κατεχόμενον υπό του εχθρού, ήρεμοι, σιωπηλοί, ακουμβώντες ελαφρώς επί του όπλου, αποτελούν την πρώτην γραμμήν της Ελλάδος προς βορράν, την γραμμήν των ορίων του ελευθέρου βασιλείου από 15 ήδη ημερών! Απέναντί μου, εις 400-500 μέτρων απόστασιν, εις την γραμμήν, μικρόν απ’ αλλήλων απέχοντος, οι σκοποί του εχθρού, Γκέκηδες μαυροντυμένοι, ακίνητοι επίσης, προσομοιάζοντες ως εκ της αποστάσεως μάλλον με κούτσουρα καψαλισμένα ή με έμψυχα όντα. Είνε κάτι τι το προξενούν βαθείαν εντύπωσιν το αλληλοκύταγμα αυτό, η αλληλεπιτήρησις αυτή η τόσον προσεκτική, η αένναος, η ημερονύκτιος, η αδιάκοπος. Ο ελάχιστος κρότος, η ελαχίστη κίνησις, αδύνατον να διαφύγη την προσοχήν αυτήν την έκτακτον, την υψηλήν την υπερεντεταμένην. Αν αι ακτίνες αι οπτικαί των οφθαλμών των απέναντι αλλήλων σκοπών, ήτο δυνατόν να ήσαν οραταί, θα τάς έβλεπον συγκρουομένας εις το μέσον του χωρίζοντος αυτάς διαστήματος, ως βέλη ιπτάμενα αντιθέτως και κατ’ αιχμήν συγκρουόμενα. Και ανάμεσα εις αυτά τα βλέμματα, εις αυτάς τάς αναπνοάς, το έδαφος το μεταξύ, νεκρόν, ουδέτερον, απάτητον, δύο ρεμματάκια, μικραί χαράδραι ενός πηδήματος, ένας μικρός λοφίσκος, λακκούλαις ολίγων τετραγωνικών μέτρων, πράσιναις ή ξηραίς, και ως επί το πλείστον κεκαλυμμένον, το έδαφος, διευρυνόμενον φορτικώς από τα βλέμματα των σκοπών, έτοιμον ν’ ακούση απ’ επάνω του την διασταύρωσιν των συριγμών των σφαιρών. Και εις την πολεμικήν, την εχθρικήν, την αμείλικτον αυτήν στάσιν, αι μικραί λευκαί σημαίαι μεταξύ των σκοπών, κινούμεναι ως λευκαί περιστεραί υπό του ελαφρώς πνέοντος δροσερού ανέμου της πρωΐας, του ερχομένου φεύ! από του τουρκοπατημένου εδάφους. Και εις τους όπισθεν λόφους, επί ενός πρό πάντων, λευκάζουσαι σκηναί, αι αυταί ίσως αίτινες υπερήφανοι ήσαν εστημέναι άνωθεν του Τυρνάβου, πρό της αποφράδος Μεγάλης Παρασκευής, εγκαταληφθείσαι εις χείρας του εχθρού! Δεξιά μου πλαγίως η σειρά της Όθρυος παραπονεμένη, διότι την αφήσαμεν ανυπεράσπιστον χωρίς λόγον, από την έλλειψιν της στοιχειωδεστέρας πολεμικής προνοίας. Αριστερά μου το έξοχον θέαμα του κάμπου της Υπάτης, της υπερηφάνου, της εκπάγλου Οίτης, με τάς αποτόμους κορυφάς της, τας καταφύτους, τάς αγρίας χαράδρας της, την κατακάθετον κλιτύν της, λουσμένης εις τον ήλιον τον σημερινόν τον υπέρλαμπρον και κάτω της σε μία ακρίτσα της, η αγαπητή μου η Υπάτη, φοβισμένη, μαζεμμένη εκεί δά, αλλά χωρίς να μπορή να κρυφθή, με τα άσπρα σπητάκια της, και κάτω ’ς τον κάμπο, γυαλίζων εις την λάμψιν του ηλίου, ο οφειοειδής Σπερχειός, εδώ κρυπτόμενος, παρά κάτω αναφαινόμενος, ως εάν θέλη νομίζεις και αυτός να κρυφθή, να φύγη έρπων, να χωθή εις την θάλασσαν, δια να κρύψη εκί την εντροπήν και το αίσχος εκ της γειτνιάσεως του εχθρού της πατρίδος του. Βαθειά δε υπερύψηλο, περιφρονητικό, ασπρόμαυρο, μάλλον από το πολύ το χιόνι, μεμακρυσμένο το Βελούχι, συγχυσμένο και συνωφρυωμένο, θαρρεί κανείς ότι κοιτάζει ψηλά, ’ς τον ουρανό, για να μη βλέπη κάτω την άτιμη αυτή θέση μας, την ’ντροπή μας. Και εγώ επάνω σε μια πέτρα καθήμενος, υπό την σκέπην των όπλων των στρατιωτών μου, αγναντεύω περίλυπος όλην αυτήν την έκτασιν, γεμάτος από μια απογοήτευσι, από μια πικρία αλγεινή, ανέκφραστη. Έχω στεγνώσει από κάθε άλλη συγκίνησι, εμπρός εις αυτήν την κατάστασιν και η καρδία μου έχει συγκεντρώσει μέσα της πικρίαν πολλήν, χυνομένην εις όλας τάς φλέβας μου, ποτίζουσαν όλα τα νεύρα μου, οσάκις συγκεντρώνομαι όλος εις την σκέψιν της θλιβεράς αυτής θέσεώς μας. Η δε απραξία από τοσούτων ήδη ημερών, μας εκνευρίζει έτι μάλλον και αναμένομεν, ποθούντες πλέον, την λύσιν ταχείαν του τραγικού αυτού δράματος.
Σήμερον εδέχθημεν κήρυκας Τούρκους, περί της ανακωχής και αύριον θα συναντηθώσι, τη 1η μ.μ., τα επιτελεία αμφοτέρων των μερών προς συνεννόησιν.

Προφυλακαί, 22 Μαΐου.
Επεράσαμε νυχτιά φοβερή. Ήμουν τυλιγμένος σε δύο κουβέρταις και από ’πάνω έβρεχε. Πολύ άσχημος καιρός. Σ¨ημερα από το μεσημέρι είχαμε κήρυκας και κόντρα κήρυκας. Τέλος, την 2αν μ.μ. συνηντήθησαν εκ των ημετέρων ο συνταγματάρχης Στάϊκος και ο λοχαγός Δούσμανης[1] μετά των Τούρκων επιτελών, εις το μεταξύ των σκοπών διάστημα, όπου οι Τούρκοι, κατόπιν ζητηθείσης αδείας, είχον στήσει μια σκηνή, φυστικιά το χρώμα. Η συνέντευξις διήρκεσε 3 ώρας, εμάθομεν δε ότι οι Τούρκοι, διά την εξακολούθησιν της ανακωχής, προέβαλον αξιώσεις τινάς, επί των οποίων θα ζητηθή η γνώμη της Κυβερνήσεως.
Την 4ην μ.μ. ήρχισε βροχή ραγδαία μέχρι της εσπέρας. Τι πλήξις, να κάθεται κανείς μαζεμένος κάτω από ένα τσαντίρι φτιασμένο από δύο κουβέρταις και να βλέπη διαρκώς, ώραις ολόκληραις, έν τεμάχιον ουρανού μολυβένιου και μελανού, από το άνοιγμα του τσαντιριού!.... Οι στρατιώται υποφέρουν φοβερά, μηδέν έχοντες προς προφύλαξιν, στερούμενοι οι πλείστοι κλινοσκεπασμάτων και μανδυών ακόμη.

Μαΐου 27.- Προφήτης Ηλίας.
Πρωΐ-πρωΐ σήμερα διετάχθην με την διμοιρίαν μου και αντικατέστησα εδώ την φρουράν. Ο Προφήτης Ηλίας είνε ο υψηλότερος λόφος εκ των προς βορράν της Λαμίας, δεσπόζων όλης της περιοχής αυτής. Από τον Άγιον Λουκάν, όστις επεσκέφθη την Λαμίαν, θα απήλαυσε το έξοχον θέαμα της πεδιάδος της Λαμίας. Το θέαμα από τον Προφήτην Ηλίαν είνε πολλαπλασίως ευρύτερον, καθαρώτερον, εκτεινόμενον όσον ο οφθαλμός εκτείνει το βλέμμα. Εμπρός μου λόφοι, ο ένας μετά τον άλλον χαμηλότερον, ’ς το τέλος αυτών η Λαμία μισοκρυμμένη, πάρα κάτω η πεδιάς ανοικτή σαν βιβλίο με σχήματα γεωμετρικά, πολύχρωμη από τα χρώματα των εσπαρμένων αγρών, άλλων ξανθών, άλλων βαθυπρασίνων, άλλων φαιών, σπαρμένη από χωριά και δένδρα, κεντημένη εδώ κι’ εκεί από σπητάκια μεμονωμένα, διασχιζομένη δεξιά από τον οφειοειδή Σπερχειόν και πάρα-κάτω ’ς το τέλος, ο Μαλιακός, με χιλίας αποχρώσεις, με πολυαρίθμους κολπίσκους, κατάστικτος από καΐκια και βαπόρια και βάρκαις, μόλις με γυμνόν οφθαλμόν ορατάς και αριστερά αι σειραί των τελευταίων βουνών της Όθρυος, σαν ξυλόχτενα αργαλειού ακανόνιστα, τοποθετημένα το έν όπισθεν του άλλου, περιβαλλόμεναι με την πρωϊνήν ομίχλην την διαφανή, με βάσιν εις το βάθος το Πήλιον. Και δεξιά του Μαλιακού, μετά τους λόφους όπου τα Ελληνικά στρατεύματα οχυρούνται, υψούται ο δεξιός βραχίων της Οίτης και όπισθεν αυτού η άγριαις κορφαίς του Παρνασσού, με κορώνα τη φημισμένη Γκιώνα, Και τι να πρωτοθαυμάση κανείς από όλη αυτή τη ζωγραφιά! Το βλέμμα βυθίζεται μέσα ’ς αυτούς τους όγκους και ο νούς τρυπά όλα αυτά τα βουνά, όλας αυτάς τάς εκτάσεις και φθάνει . . . . . . . .

Μαΐου 28
Πρωΐ-πρωΐ πάλι σήμερον εθαύμασα το θέαμα το οποίον με περικυκλώνει. Χθές το θέαμα αυτό είχε μυρίας μεταβολάς. Η μέχρι της μεσημβρίας ηρεμωτάτη ατμοσφαίρα, μετεβλήθη αποτόμως εις αγρίαν Μαινάδα.Νέφη πυκνά εκάλυψαν το στερέωμα και μετά βροντάς και αστραπάς αλλεπαλλήλους, τρομερά καταιγίς, πόλεμος βίαιος και άγριος των στοιχείων εξερράγη. Ριζωμένος εις την εκκλησίαν απεθαύμαζα μετά καταπλήξεως το μεγαλοπρεπώς άγριον αυτό θέαμα. Τα πέριξ όρη εφαίνοντο ως γιγαντώδεις σκηναί διά των πυκνών νεφών, των διασχιζομένων υπό των λάμψεων των ηλεκτρικών σπινθήρων, εν ώ κατέπλησσον οι αλλεπάλληλοι και σχεδόν συνεχείς κρότοι της βροντής. Η πεδιάς συνεμιγνύετο με την θάλασσαν, και με την άνωθεν αυτής, εις υπερμεγέθεις στήλας αιωρουμένην βροχήν, ήτις ωμοίαζε προς στερεάν μάζαν κρεμαμένην εκ του ουρανού. Η καταιγίς διήρκεσε με όλην αυτής την έντασιν επί δύο και πλέον ώρας, με χιλίας μεταβολάς διευθύνσεως. Επί τινα ώραν προσείλκυσε την προσοχήν μου αξιοσημείωτος αντίθεσις. Ενώ η πεδιάς της Λαμίας εμαστίζετο από την ραγδαιοτάτην βροχήν, κεκαλυμμένη εντός πυκνοτάτου νέφους, η πεδιάς της Υπάτης με τους πλησίον λόφους, καταπρασίνους εκ της χλόης, ελούετο εις λαμπρότατον ήλιον, εν ώ βαθύτερα το Βελούχι και δεξιώτερα η σειρά της Όθρυος, εβυθίζοντο εις παμμέλανα πέπλον. Όταν έπαυσεν η βροχή και τα νέφη ηραιούντο και ο ήλιος, κλίνων προς την δύσιν, προέκυπτε κάπου κάπου διά μέσου αυτών, η ανωμαλία της ατμοσφαίρας ήτο κάτι τι έξοχον. Μού υπέμνησε παλαιούς χρόνους, όταν με τον Καλύβαν, τον Σταμάτην και τον Κοϊτσάνον, συχνά εθαυμάζαμε του ουρανού της Λαμίας τάς ποικίλας μεταβολάς. Ενόμιζε κανείς ότι κάποιος γίγαντας με καμμιά γιγάντια βούρτσα εσκόρπιζε τον σωρόν εκείνον των νεφών και η σβαρνισταριαίς εκείναις η ανώμαλαις, άλλαις έμειναν μελαναίς και άλλαις εχρυσώνοντο από τάς ακτίνας του δύοντος ηλίου.
Την νύκτα έβαλα ένα στρατιώτην και ήναψε τά κανδήλια του ναΐσκου. Ετοποθέτησα τρείς σανίδας πρό των αγίων εικόνων και εκοιμήθην. Όταν ενίοτε άνοιγα τα μάτια μου, από πάνω μου ακριβώς έβλεπα τα κανδήλια της Παναγίας, του Προφήτου Ηλία και του Αγ. Αθανασίου. ’Σ τή μέση ’ς το ταβάνι ο παντοκράτωρ, επί χάρτου πολυγωνικού, ξεκολλημένου εις πολλάς γωνίας. ήτο εξόχως μυστηριώδης η σιωπή εκείνη της εκκλησίας, υπό την σκέπην της οποίας ανεπαυόμην, ελάχιστος και εγώ αγωνιστής υπέρ της πίστεώς μου και της πατρίδος μου. Την νύκτα εξήλθον εις επιθεώρησιν των σκοπών. Έξωθεν της εκκλησίας εκοιμώντο οι στρατιώται, τυλιγμένοι ’ς την κουβέρτα των, κατά μήκος των πυραμίδων, των οποίων αι λόγχαι, κεκλιμέναι ολίγον, λάμπουν εις τάς ωχράς ακτίνας της θαμβής σελήνης. Παραπέρα, εις 200 μ. απόστασιν, οι σκοποί εις τάς θέσεις των, άγρυπνοι, ακίνητοι.

Λαμία, 1η Ιουνίου.
Προχθές ήμην φρουρά επάνω εις τον προφήτην Ηλίαν. Από την προηγουμένην έστειλα ένα στρατιώτην ετοίμασε κεριά, κόλλυβα, λάδι και ό,τι άλλο εχρειάζετο, ειδοποίησε ένα παπά και το πρωΐ είχα λειτουργία εις μνημόσυνον των πεσόντων εκ του λόχου μας! Οι στρατιώται μου, περί τους ενενήκοντα, συνεισέφερον με προθυμίαν διά τα έξοδα της λειτουργίας και ήσαν εις τον υπέρτατον βαθμόν ευχαριστημένοι, διότι κατώρθωσα εκεί επάνω να φέρω παπά και να λειτουργήσωμε.
Η ακολουθία εψάλη κατανυκτικώτατα. Οι στρατιώται, εισελθόντες όλοι εις τον ναΐσκον, επλήρουν αυτόν ασφυκτικώς. Όταν εμνημονεύοντο τα ονόματα των πεσόντων και κυρίως του Ευθυμίου Νιχογιαννοπούλου[2], η καρδιά μου ετσάκισε. Οι στρατιώται ηκροώντο γονυπετώς, εις όλων τάς μορφάς διέκρινε κανείς το άλγος και την λύπην.
Κρίμα όμως! Είπα του παπά να ειπή δυό λόγια προς τους στρατιώτας από την Ωραίαν Πύλην, ανάλογα προς την περίστασιν και ο παπάς μού τάκαμε κυριολεκτικώς θάλασσα.
Όταν εξήλθομεν του ναΐσκου, δεν ήξευραν οι στρατιώται πώς να μου εκφράσουν την χαράν των, διότι ήκουσαν την θείαν λειτουργίαν.
-Ο θεός να συχωρέση τα πεθαμένα σου, κ.ανθυπολοχαγέ, πού μας έκαμες και λειτουργηθήκαμε σήμερα. Είχα δύο μήνες ν’ ακούσω παπά. Κοντεύαμε να ξεχριστιανέψουμε!
Αυτή, δυστυχώς, ήτο η αλήθεια. Επί δύο μήνας δεν είχαμεν λατρεύσει τον θεόν μας, ειμή μόνον βλασφημούντες αυτόν. Και το πικρότερον, εκάστην πρωΐαν και εκάστην εσπέραν τακτικώς, ακούονται των Τούρκων αι φωναί, δεομένων προς τον Αλλάχ …… Πάσα κρίσις περιττή. Οι Τούρκοι είνε νικηταί και τροπαιούχοι, ημείς κατησχυμένοι και κατεστραμμένοι ….

Ταράτσα, 6 Ιουνίου.
Μά τι να σου πρωτογράψω και τι παραλείψω. Η εξάρθρωσις του στρατεύματος υπάρχει τελεία. Ούτε ίχνος πειθαρχίας, ούτε ίχνος! Διά να εννοήσης, φαντάσου ότι περνούν αξιωματικοί, λοχαγοί, συνταγματάρχαι, και ούτε ένας στρατιώτης σηκώνεται να χαιρετήση, ούτε κάν κινούνται ποσώς. Κάθονται ή είνε ξαπλωμένοι, ή γελούν ή τραγωδούν και κανένας δεν χαμπαρίζει ότι κοντά τους, από πάνω τους, ευρίσκεται ένας ανώτερος τέλος πάντων!
Αλλά τι πταίουν οι στρατιώται; Από την εικοσάμηνον θητεία των, έκαμον ’ς τον στρατώνα δύο μήνες έστω; εδιδάχθησαν, επαιδαγωγήθησαν, εποτίσθησαν από τα στοιχεία κάν της στρατιωτικής αγωγής; Γίνεται ο ρωμηός στρατιώτης, φρουρών αιωνίως τάς φυλακάς και κυνηγών φυγοδίκους; Τι δε να περιμένης από τους υπηρετήσαντας τρίμηνον μόνον θητείαν! ….
Εκτός όμως της πειθαρχίας, λείπει, αγαπητέ μου, και το αίσθημα της φιλοπατρίας. η γενεά μας απομακρύνεται φοβερά των πρό ημών και αι μητέραι τώρα, ούτε μια πνοή για την πατρίδα την δυστυχή δεν εμφυσούν εις τα αναιμικά, τα άψυχα στήθη των τέκνων των. Με τέτοια κατάστασι, πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι που οι Τούρκοι εσταμάτησαν έως εδώ. Αλλά και αυτό εις ημάς οφείλεται; Κάθε άλλο, καθώς γνωρίζομε όλοι.
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .          .
Ξεύρεις τώρα κάμνομεν και γυμνάσια. Ένας δηλ. λοχίας, έφεδρος ως επί το πλείστον, παίρνει όσους στρατιώτας εύρη εις τάς σκηνάς, τους φέρνει εις τα χωράφια, τα πλησίον των λόχων, τα γέμοντα κόπρων και ακαθαρσιών, και τους γυμνάζει δήθεν. και ακούεις στερεοτύπως: Εμπρός, μάρς. Υποχωρητικώς μάρς. Και αιωνίως αυτό, διότι άλλο δεν ξεύρει ο λοχίας.
Πάρα πέρα ο αξιωματικός, με το κοντό το παντελονάκι, έως το γόνα, και με βλαχόκαλτσαις και με τσαρούχια!! επιτηρεί τάχα το γυμνάσιον, ενώ αιωνίως παρατηρεί το ρολόγι του, αναμένων μετ’ αγωνίας να παρέλθη η ανιαρά αυτή ώρα των γυμνασίων!
Και επειδή σου είπα για τη στολή του αξιωματικού, καλόν είνε να μάθης ότι εδώ φορεί καθένας ό,τι του αρέσει. Ο υπίατρος κ.Μωραΐτης λ.χ. φορεί ντρίλινο παντελόνι, ριγωτό. Και είνε δροσερώτατο, βρέ αδελφέ, καθώς λέγει και ο ίδιος. Εις το κεφάλι φορεί … ψάθινο.
-Μά από πού θα τον γνωρίση ο στρατιώτης να τον χαιρετήση, λοιπόν; θα ερωτήσης.
-Έχεις δίκαιο, αλήθεια. Φταίουν λιγάκι και οι κ.κ. αξιωματικοί.

Ταράτσα, 17 Ιουνίου.
Είμεθα και πάλιν εις τάς προφυλακάς. Αν και η υπηρεσία αύτη είνε επίπονος, την προτιμώ πολύ από τον επίλοιπον εδώ βίον μας. Για μένα, η λέξις προφυλακαί, κοντεύει να χάση τον στρατιωτικόν της χαρακτήρα και να προσλάβη ένα ρομαντισμόν βαθύν και μελαγχολικόν. Μου κάμνει δε τόσην ευχαρίστησιν η υπηρεσία αυτή, διότι όσον είνε σπουδαία τόσον είνε και ποικίλη, ευχάριστος, ρομαντική, διεγείρουσα τα λεπτότερα και ευγενέστερα του ανθρώπου αισθήματα. Ευρίσκομαι πάντοτε εις κίνησιν με το φυλακείον και τους 60 στρατιώτας της φυλακής. Η τοποθέτησις των σκοπών, η επιτήρησίς των, η νουθεσία των στρατιωτών εις κατανόησιν των καθηκόντων των, η επισκόπησις του εδάφους, οι προϋπολογισμοί των ενδεχομένων περιστάσεων, είνε τόσο ωραίαι απασχολήσεις του πνεύματος, απέναντι της ανίας της άλλης ζωής. Έπειτα η προθυμία των στρατιωτών να ευχαριστήσουν εις κάθε τι τον ανθυπολοχαγό τους, που καταλαμβάνουν ότι τους αγαπά και αυτός, να τρέξουν να του φέρουν όλοι τα παγούρια των, όταν ζητήση νερό, και καθένας να λέγη ότι το νερό το ’δικό του είνε πειό κρύο, διά να προτιμηθή αυτός εις την προσφοράν, να τρέξουν ποιος να βάλη την κουβέρτα του εκεί, όπου καταλαμβάνουν ότι σκοπεύω να καθήσω, να τους χάνω όλους από μπροστά μου όταν ζητώ κάτι τι, διότι τρέχουν όλοι να το φέρουν, η συναίσθησις ότι εις εμέ και εις αυτούς είνε εμπεπιστευμένη η θέσις ήν κατέχομεν, χωρίς λοχαγούς και ταγματάρχας από πάνω μας, το ωραίο και υψηλό μέρος εις το οποίον μένομε, είνε πράγματα όχι δυσάρεστα, για μένα τουλάχιστο.
Καθώς πάντοτε συμβαίνει, μεταξύ 60 στρατιωτών που αποτελούν την διμοιρίαν μου θα βρεθή και ένας πειό έξυπνος, ένας πειό αστείος. Το βράδυ, κατά την ρομαντικήν αυτήν ώραν της ημέρας, μετά την δύσιν του ηλίου ’πίσω από τάς χρυσιζούσας κορυφάς των βουνών, ο αστείος αυτός τους μαζεύει όλους και παίζουν ένα σωρό παιγνίδια νοστιμώτατα, που με κάνουν και ξεκαρδίζομε ’ς τα γέλοια. Έν εξ αυτών, «τα κουβάρια», είνε αστειότατο και εις αυτό επιτυγχάνει ο ολοστρόγγυλος στρατιώτης μου Βαθυάς. Και θέλουν όλοι να μιμηθούν ’ς τά αστεία τον άλλον εκείνον και να φανούν και αυτοί έξυπνοι και προσπαθούν να το κατορθώσουν και λέγουν και κάνουν ένα σωρό γουστόζα πράγματα πού με διασκεδάζουν πάρα πολύ.
Έπειτα απλώνεται η νυχτιά σιωπηλή, σοβαρή σαν τη περίσταση. Όλοι ’ς το νεύμα μου καθ’ ομάδας φυλακής, κατά νούμερα, ως εις την κοινήν στρατιωτικήν γλώσσαν λέγεται, ξαπλώνονται πλησίον των πυραμίδων, ώστε εις πάσαν περίστασιν να είνε υπό τα όπλα. Εις τας 10 κάμνω το γύρο εις τους σκοπούς. Ίστανται σαν φαντάσματα εν τω μέσω του σκότους, που μόλις αραιουμένου από την αστροφεγγιά. Τους εγκαρδιώνω από τον αόριστον φόβον, όστις καταλαμβάνει την καρδίαν του ανθρώπου, εν ερημία, κατά την νύκτα την μυστηριώδη, την βωβήν, τους υπενθυμίζω τι πρέπει να πράξουν εις κάθε περίστασιν και τους μεταδίδω το σύνθημα. Χθές είχαμε το ωραιότερο των συνθημάτων: Μιλτιάδης, Μαραθών). Και εκεί, εις την μυστηριώδη σιγήν και την ερημίαν την απόλυτον, με λίγα λόγια τους έλεγα το κατόρθωμα του Μιλτιάδου εις τον Μαραθών, εν συγκρίσει προς τα δικά μας τα κατορθώματα.
Εγύρισα ’ς τάς 11 εις το φυλακείον και καθώς ήμην ντυμένος και με της μπότταις και με το καπέλλο ακόμη, έπεσα ’ς το κρεββάτι μου – επάνω ’ς τα πουρνάρια δηλαδή – με μαξιλάρι μια θεόρατη πέτρα, ’ς την αγκαλιά μου το πιστόλι μου και το σπαθί μου και με σκέπασμα το μανδύα μου και τον αστερόεντα ουρανόν. Ωραίαις αλήθεια στιγμαίς! Το βλέμμα μου, βυθισμένο ’ς το άπειρο, πλανάται διά μέσου των ποικίλων εις σχήματα αστερισμών, τους οποίους διατρέχει καθ’ όλας τάς διευθύνσεις, προκαλούντας τον θαυμασμόν διά την υπερφυά κατάταξίν των, από δε το πνεύμα διέρχονται όλαι αι εικόνες των περιπετειών μας και όλαι αι μορφαί αι προσφιλείς και όλων των γεγονότων αι αναπαραστάσεις, ζωηραί, ζωνταναί εν τη ηρεμία και τη ησυχία του πνεύματός μου. Και εν τω μέσω της σιγής εκείνης της νεκρικής, ακούεται μεμακρυσμένον, μονότονον, ενοχλητικόν, το γκλάφ γκλάφ κανενός σκύλακος περιπλανημένου, εις το οποίον πιστώς ανταποκρίνεται του ποιμενικού κυνός μόλις ακουομένη η βαρεία υλακή, χωρίς να είνε ευαρεστότερο το απελπιστικό ρογχάλισμα των πλησίον μου αναπαυομένων στρατιωτών, έως ού, όχι πολύ βραδέως, η πνοή του Μορφέως εβάρυνε τα βλέφαρά μου, τα οποία εκλείσθησαν εις γλυκόν ύπνον, ύπνον κατά δύο ώρας διακοπτόμενον κατά την αλλαγήν των φρουρών, από τα βήματα των αλλασσομένων σκοπών. Και το βλέμμα μου ημειανοιγόμενον εχάνετο εις το αχανές το διάστερον ή προσέπιπτε επί των έμπροσθέν μου ορθουμένων πυραμίδων.
Και μετά την νύκτα η χαραυγή! Η γλυκειά χαραυγή, η ευώδης, με τα δειλά τερετίσματα των μικρών πτηνών, με το αεράκι το δροσερό που θωπεύει το πρόσωπό μου. Εξύπνησα με το χάραγμα, ενίφθηκα και εγύρισα όλον τον λόφον, αναπνέων χιλίων του αγρού ανθέων και θυμαριών την λεπτήν ευωδίαν και εκάθισα πίσω εις ένα σχίνο διά να σου γράψω το γράμμα αυτό το μακρό, των τόσω δι’ εμέ γλυκοπίκρων εντυπώσεων …..

Ταράτσα, 2 Ιουνίου.
Αν ειμπορούσες να έβλεπες μίαν αλλαγήν των προφυλακών, καθ’ ήν το έν σύνταγμα ανέρχεται και το έτερον κατέρχεται, μέσα εις την πικρίαν, την οποίαν θα ησθάνεσο διά την κατάστασίν μας, δεν θα ηδύνασο βέβαια να κρατήσης και τα γέλοια. Τόσω αξιοθρηνήτως κωμικόν είνε το θέαμα αυτό το πρωτότυπον, το πρωτοφανές. Εκτός μικράς δυνάμεως, ήτις αποτελεί τάς άκρας προφυλακάς, ολόκληρα τα συντάγματα αλλάσσουν συγχρόνως, του ενός ανερχομένου και του ετέρου κατερχομένου. Η συνάντησις γίνεται φυσικά μεταξύ Πηγαδουλίων και Ταράτσας. Προχθές, όταν συνηντήθησαν κατά την αλλαγήν τα δύο συντάγματα, επρόσεξα περισσότερον. Την παρατήρησίν μου ανεκοίνωσα και εις τους άλλους αξιωματικούς και όλους μαζή μας κατέλαβε γέλως ακράτητος, διαρκής, επιτεινόμενος καθόσον παρατηρούσαμε τα χάλια μας. Με τι να παρομοιάσω τα πλήθη αυτά τα ελεεινά, αλλά και τόσον υπομονητικά και τόσον ευπειθή; Με τά αποκρηάτικα ρόπαλα; ούτε λόγος να γίνεται. Με τους βλάχους τους σκηνίτας, τους φέροντας μεθ’ αυτών κατά τας αποδημίας των όλα τα σκεύη; Δεν μας φθάνουν πουθενά. Με τους τουρκογύφτους, τους περιφερομένους σύν γυναιξί και τέκνοις από χωριό σε χωριό, με της αρκούδαις και τους ουραγκοτάγκους και με τα ρόπαλα τα μακρυά ’ς τον ώμο και τα κουρέλια ’ς της πλάταις; Πάλι και με αυτούς διστάζω να παρομοιάσω τον εαυτό μας, διά να μη τους προσβάλω. Οι στρατιώται έχουν όλοι μαυρίσει και αφίσει τά γένεια των και ομοιάζουν με τους αγρίους των σπηλαίων. Τα καραβάνια βαδίζουν όχι με πολλήν τάξιν, διότι είνε αδύνατον να τηρηθή η προσήκουσα τάξις. Έκαστος στρατιώτης έχει ’ς τον ώμό του δυό-τρία ξύλα μακρυά, σούβλαις δυό και τριών οργυιών και άλλα μικρότερα διά την κατασκευήν του τσαντιριού του. ’Σ την πλάτη του έκαστος φέρει εις δέμα, όλα του τα ασπρόρουχα, τα κατ’ ευφημισμόν εννοείται ασπρόρρουχα εις βαθμόν απίστευτον λερά και κουρελιασμένα, ’ς τά χέρια του δε βαστά, άλλος ένα τεντζερέ, άλλος τα παπούτσια του, διά να μην τον στενεύουν, άλλος ένα κομμάτι κρέας, κάτι τέλος πάντων ο καθένας, ξένον, άσχετον βέβαια με τον στρατιωτ. οπλισμόν. Πρέπει να παρατηρήσεις καλά, μέσα εις αυτό το φόρτωμα του στρατιώτου, διά ν’ ανακαλύψης το όπλο του κρεμασμένο ’ς τον ώμό του και το σπαθί του ’ς τη μέση του. Και γελά και ξεκαρδίζεται ’ς τά γέλοια το έν σύνταγμα με την κατάντια, με τα χάλια του άλλου, σαν δυό μουντζουρωμένοι πού γελά ο ένας με τον άλλον, χωρίς να ξεύρη ότι είνε και αυτός μουντζουρωμένος. Η αμφίεσις δε των στρατιωτών, και των αξιωματικών ενίοτε, ελαχίστην σχέσιν έχει με την στρατιωτικήν αμφίεσιν. Η κάλτσα και το κοντοβράκι έχουν αντικαταστήσει την σκελέαν και τά τσαρούχια της αρβύλαις και η ξυπολυσιά ενίοτε τά τσαρούχια. Σακκάκια και ψάθινα καπέλλα ή και κούκκοι είνε συχνότερα από τα αμπέχονα και τα πηλήκια. Ένας στρατιώτης μας, Ευθυμίου, φορεί σαλβάρι και γελέκο καραγκούνικο με τσερκέζικο σκούφο!
Και παρελαύνουν αντιθέτως τά δύο συντάγματα, κωμικά, αξιολύπητα. Το 1ον όμως σύνταγμα έχει τα πρωτεία εις την αξιοθρήνητον αυτήν εικόνα. Οι στρατιώται του, από της διαρπαγής της Λαμίας ακόμη, διατηρούν τα λάφυρα και τα μεταφέρουν, όπου πηγαίνουν. Υπερμεγέθεις τσίγκους, χρησιμεύοντας άλλοτε ως καλύμματα των υποστέγων των μαγαζείων της Λαμίας και πόρταις ολόκληραις και παράθυρα από τά σπήτια, και πατερά και σανίδια καινουργή, αρπαγέντα από τον ήδη κτιζόμενον παρά την Ταράτσαν ναόν της Αγίας Παρασκευής και χίλια άλλα πράγματα, τα έχουν επί των ώμων οι στρατιώται και πηγνύουν σωστά παραπήγματα όπου καταυλίζονται, προς χρήσιν αυτών και των αξιωματικών των. Είς στρατιώτης φέρει επί του ώμου του ένα κόρακα ζώντα, τον οποίον έχει κατορθώσει να εξημερώση. Εις την θέαν του όλοι οι στρατιώται εκάγχασαν.
-Βρέ σύ, τι τον θέλεις τον κόρακα; να σού βγάλη τα μάτια; του λέγει ο γνωστός μας Κούρος, με το σύνηθες φλέγμα του.
-Αν γίνη τίποτε, έξυπνε, και δώσω τα κώλα, να μη με φάν τα άγρια κοράκια, αλλά το δικό μου.
-Και δεν παίρνεις ένα σκύλο να σε ξεμπερδέψη αρχήτερα; Άει ’ς τον κόρακα λοιπόν ……
και τα συντάγματα αντιπαρέρχονται και όλοι είνε …… ευχαριστημένοι ……
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .        
Απόψε είχαμε ολονυκτία. Ενός στρατιώτου εξεπυρσοκρότησε τυχαίως το όπλον και τα πάντα ανεστατώθησαν. Εις το αντίθετον μέρος αι πυραί των Τούρκων επυκνώθησαν εις ένδειξιν εγρηγόρσεως, το οποίον ηνάγκασε και ημάς να μείνωμεν άγρυπνοι. Το γεγονός έφθασε εις την Λαμίαν ως σύγκρουσις των προφυλακών και η πόλις ήτο επί ποδός. Φαντάζομαι πώς θα φθάση η είδησις αυτού και τι θα γράψουν οι εφημερίδες!
Από προχθές επικρατεί κάποια συγκίνησις εδώ, και κυρίως εις τους Λαμιείς τους έχοντας συμφέροντα κινδυνεύοντα. Εμείς γελούμε με όλα αυτά και είμεθα ήσυχοι, αν μη και επιθετικοί, καθώς λέγουσιν και αι εφημερίδες σας. Νοστιμώτατα είνε τα γραφέντα περί συμπλοκών εν Ταράτσα, ενώ ημείς, ξαπλωμένοι ύπτιοι εντός των σκηνών, μετρούμε της μυίγαις πού κάθονται ’ς τη μύτη μας. Φαντάσου τι γέλοια εκάναμε όταν ανεγνώσαμε χθές εις τάς εφημερίδας, ότι κατέλαβον οι Τούρκοι τους Κομποτάδας (!!). Εις το χωριό αυτό, κείμενον καθώς ξεύρεις εις τάς υπωρείας της Οίτης, επισταθμεύουν Ελληνικά στρατεύματα, τα οποία βέβαια κατά τάς εφημερίδας έπεσαν εις χείρας των Τούρκων.
Σήμερον ο Μέραρχος πλέον κ.Δημόπουλος και ο ταξίαρχός μας κ.Σολιώτης μετά των επιτελείων των, επεσκέφθησαν τάς προφυλακάς, ευρόντες τα πάντα εν τάξει.

Προφυλακαί Ταράτσας, 29 Ιουνίου.
Αν μού έλεγε κανείς πέρυσι σαν σήμερα, την ημέρα της εορτής μου, ότι φέτος θα εώρταζα μέσα ’ς τα χώματα και της ρεμματιαίς, ότι θα ευρισκόμεθα εις αυτήν την εμπόλεμον κατάστασιν, ότι ο Τούρκος θα μας είχε το πόδι του το ακάθαρτο ’ς το ιερό έδαφος της πατρίδας μας, να μου έλεγε τέτοια προφητεία θα τον έπαιρνα για τρελλό. Από χθές ήρχισε να με καταλαμβάνη κάποια συγκίνησις, διότι επρόκειτο να ξημερώση η ημέρα της εορτής μου, χωρίς κανείς από τους περί εμέ να γνωρίζη το τοιούτον. Διότι εδώ αι εορταί και αι Κυριακαί και όλαι αι ημέραι της εβδομάδος περνούν άγνωσταις, όμοιαις η μια με την άλλην, απαράλλακταις. Αν ερωτήσης κανένα: Τι ’μέρα είνε σήμερα, θα καθήση να σκεφθή, θα υπολογίση, θα μετρήση ’ς τα δάκτυλά του και τότε θα σού απαντήση, με κάποιον πάντοτε δισταγμό, «μου φαίνεται πώς είνε Κυριακή». Και εν τούτοις μόλις εξύπνησα και ενίφθηκα, πρωΐ-πρωΐ, οι υπαξιωματικοί και πολλοί στρατιώται ήλθον και μου είπον «χρόνια πολλά». Μετ’ ολίγον παρέλαβον την υπηρεσίαν του φυλακείου των διπλών σκοπών, διότι έτυχε και αυτή η σύμπτωσις, να είμαι σήμερον εις την πρώτην γραμμήν των προφυλακών. Περί την 6ην ώραν της πρωΐας, ήχοι μουσικής έπληξαν τα ώτα μου. Οι απέναντί μας γείτονες, μαθόντες ίσως ότι έχω την εορτήν μου, έβαλαν και έπαιζε η μουσική τους για να με ευχαριστήσουν! Φρικώδης μουσική για μένα· ήξευραν άρά γε ότι θα με πικράνουν τόσοσν με την μουσικήν των και έπαιζαν με την πικρίαν μου ειρωνικώς, διά τάς περιστάσεις υπό τάς οποίας διέρχομαι την ημέραν του ονόματός μου; Ίσως! Αν ήξευραν ποίον άσβεστον πύρ μίσους και εκδικήσεως τρέφει το στήθος μου διά την φυλήν των!
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .        
Το απόγευμα έλαβα γράμμα του Κώστα από την Λαμίαν, πού με ηύχετο και μοί έστειλε και ολίγα γλυκίσματα. Το βράδυ έλαβα εκ μέρους του Καλύβα, επιστολήν ομοίαν και έν κουτί λουκούμια ωραιότατα, διά την εορτήν μου επίσης· και έτσι εμπήκα πλέον για καλά ’ς την ιδέα ότι σήμερα εώρταζα.
Το βράδυ ’ς τη δύσι του ηλίου, την ώραν πού την ζέστην της ημέρας την ανυπόφορον, διαδέχεται του μπάτη η δροσερά πνοή, την ώραν πού τον πυριφλεγή δίσκον του ηλίου κρύπτει επί τέλους μια από της κορφαίς του Βελουχιού και μόνον το χρυσό, το κατάχρυσο χρώμα των μικρών νεφών, τα οποία αιωρούνται εκεί περί την δύσιν, μαρτυρεί ότι εκεί κάπου παραφυλάττει ακόμη ο ακούραστος αυτός πλανήτης, την ώραν πού η γλυκειά σκιά του λυκόφωτος απλώνεται ήσυχα-ήσυχα ’ς τα βουνά και ’ς την πεδιάδα, κατέβηκα πάρα-κάτω από το φυλάκιον, εις ένα μικρό ρουμάνι και μόνος, καταμόνος, μακράν των στρατιωτών, παρεδόθην εις εμαυτόν, εις τας σκέψεις μου. Όσω κι αν έχω ολοψύχως παραδοθή εις την ανάγκην αυτήν την υπερτάτην της Πατρίδος μας, ενίοτε αισθάνομαι πολύ την επιθυμίαν των Αθηνών· και σήμερον δε αισθάνομαι πολύ την επιθυμίαν αυτήν, όπου εις το σπήτι μου η μητέρα μου και τα αδέλφια μου θα αισθάνωνται αυτήν την ημέραν την έλλειψίν μας, την απουσίαν μας, περισσότερον από άλλοτε. Έχει και η καρδία τας αδυναμίας της ενίοτε.
Τάς ονειροπολήσεις μου διακόπτει ο ήχος των Τουρκικών σαλπίγγων, δυό βήματα παραπέρα και με ανακαλεί εις την πραγματικότητα την σκληράν, πού μας κρατεί εδώ μαραμμένους, απογοητευμένους, και χίλιαις ακέψεις περνούν από το μυαλό μου και μου σκοτίζουν την διάνοιαν. Αριστερά μου, ολίγα βήματα παρακάτω, βλέπω νεκρόν, απάτητον τον ελικοειδή, με της μεγάλαις ταίς κοϊδέλαις, τους μακρούς ελιγμούς του, υπόφαιον τον αμαξητόν δρόμον Λαμία-Δομοκού, σαν μεγάλο δράκοντα πελώριον, ακίνητον, οιωνεί ναρκωμένον, τον παραπονεμένον αυτόν δρόμον, τον χορταριασμένον σχεδόν, πού η θέα του μου προξενεί αλγεινοτάτην συγκίνησιν, πικροτάτην αίσθησιν. Από δύο ήδη μηνών οπλή ίππου δεν εκροτάλισεν επ’ αυτού, τροχοί αμάξης δεν έθλιψαν το έδαφός του, πούς ανθρώπου δεν επάτησεν επ’ αυτού. Αι βροχαί απέξυσαν την ράχιν του και οι χάλικες ανεφάνησαν υπέρ την επιφάνειάν του. Η πικρία της εντυπώσεως, της σκέψεως αυτής, επιτείνεται και μου εξογκώνει το στήθος και ύστερα από πολύν ήδη καιρόν, αφότου συνήλθομεν ολίγον από τάς συμφοράς και τάς ατυχίας, θερμόν δάκρυ επλήρωσε τους οφθαλμούς μου ……
……. Αλήθεια είνε μελαγχολικωτάτη η βραδυά και η μόνωσις φέρει πάντοτε αυτάς τάς σκέψεις.
Την εσπέραν διαδέχεται νυχτιά μαγευτική, με το γλυκό φώς του φεγγαριού. Πλανώμαι επί πολύ, μέχρι του μεσονυκτίου προς επανειλημμένην επιθεώρησιν της γραμμής των σκοπών ή μάλλον όπως διασκεδάσω τάς σκέψεις μου αναπνεύσω ελευθερώτερον, απολαύσω την βραδυά ευχαριστότερον. Και το μαγικό φεγγάρι γέρνει σιγαλά προς τάς κορυφάς της Οίτης, η οποία διαγράφεται σαν πελώριο σύννεφο ’ς τον ουρανό και κρύπτεται όπισθεν αυτής σιγά σιγά. Παρήλθε το μεσονύκτιον …. επέρασε για φέτος η ημέρα του ονόματός μου …. Τι γιορτή αλήθεια!

30 Ιουνίου.
Χαράγματα. Τα αστέρια το έν μετά το άλλο σβύνονται εις την προσέγγισιν του πυρίνου αστέρος. Ο αγών είνε άνισος. Τα μικρά αστέρια, τα πειό δειλά τρέπονται εις φυγήν, αφανίζονται, ελαττούνται κατά μικρόν επαισθητώς, μετρώνται ήδη επί των δακτύλων και μετ’ ολίγον απομένει μόνος, παλαίων προς τον επερχόμενον αντίπαλον απελπιστικά, αγωνιωδώς, απεγνωσμένως ο Εωσφόρος σαν τον ανδρείο αρχηγό πού τον αφίνουν μόνον οι στρατιώται του, και επί τέλους πίπτει, θνήσκει, αφανίζεται. Και ιδού πάλιν ο ήλιος ακτινοβόλος, απηνής, καυστικός ανέτειλε να μας τσιτσιρίση, να μας νερουλιάση, να μας εκνευρίση.

Πηγαδούλια, 5 Ιουλίου.
Η μέχρι τούδε άκρα γαλήνη μεταξύ των αξιωματικών μας ήρχισεν από τινων ημερών να ταράσσεται. Και η αφορμή; Αι εκθέσεις! Μετά τους θριάμβους και τάς νίκας και τα τρόπαια, η προσδοκία, η δικαία προσδοκία, της αμοιβής, του γαλονιού!! και πόλεμος λοιπόν περί επικρατήσεως, και λόγοι πικροί των αξιωματικών κατ’ αλλήλων και κατηγορητήρια σφοδρά και συκοφαντίαι.
-Και  τι έκαμε αυτός, πού ο διοικητής του τον έχει πρώτον ’ς την έκθεσι;
-Και πού φάνηκε αυτός, που η έκθεσις τον προτείνει για προβιβασμό;
Και δός του σχόλια και δός του επικρίσεις. Και η πρότερον αδελφική συμβίωσις διασαλεύεται και μεταβάλλεται εις εχθρότητα.
Και κυρίως τα παράπονα στρέφονται προς την διοίκησιν του συντάγματος, κατακρινομένην ότι μεροληπτικώς και κατά τάς συμπαθείας της συνιστά τους διαφόρους αξιωματικούς και κατά της γραμματείας του συντάγματος, ήτις, ως συνήθως γίνεται, κάμνει ό,τι θέλει.
Και ημείς οι έφεδροι αξιωματικοί, πού δεν μας μέλει αν η πήττα αυτή καή, παρακολουθούμε μετά λύπης τα γεγογνότα αυτά τα απελπιστικά. Περιμένομε δε και ημείς ως μόνην αμοιβήν …. την υπογραφήν της ειρήνης και την απόλυσίν μας, διά να κοιτάξωμε και το σπήτί μας, να φροντίσωμε και για το ψωμί μας, να λείψωμε και από την ιστορίαν αυτήν την όχι ευχάριστον, τη αληθεία. Δεν εμείναμεν όμως αμέτοχοι και ’μείς της πετριάς αυτής. Εγνώσθη ότι η έκθεσις του συντάγματος δεν έκαμνε μνείαν των εφέδρων αξιωματικών, ειμή συλλήβδην και γενικώς και μάλιστα ότι ανέφερε ότι οι έφεδροι αξιωματικοί, παρά πάσαν προσδοκίαν έκαμαν το καθήκον των. Και η φράσις εθεωρήθη κακή και ως αντιπρόσωπός των παρουσιάσθην εις τον διοικητήν μας κ.Λιάσκαν, να τον ερωτήσω αν αληθεύη το τοιούτον. Και ο κ.Λιάσκας αφελώς και αθώως μου απαντά.
-Δεν ξεύρω αν υπάρχη η φράσις αυτή ’ς την έκθεσι, αλλά και αν υπάρχη δεν είνε κακή. Άλλως τε, παιδί μου, σείς ξέρετε ότι εγώ εκτιμώ πολύ τους εφέδρους αξιωματικούς, διότι έκαμαν όπως πρέπει το καθήκον των και το λέγω πάντοτε και δεν ήτο δυνατόν να γράψω άλλο από ό,τι λέγω δημοσίως. Μερικούς μάλιστα από σας προτείνω ’ς την έκθεσί μου να αμειφθήτε κι ’όλας. Μά τι νομίζεις, ότι θα σας άφινα έτσι;
Ανεκοίνωσα ταύτα εις τους συναδέλφους μου και η ικανοποίησις επήλθε πλήρης!!
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .        
Η Λαμία κατ’ ολίγον απέβαλε την αγρίαν όψιν, ήν παρίστα κατά τας πρώτας ημέρας. Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι που έχουν δουλειαίς, επανήλθον και εργάζονται και μόνον τα γυναικόπαιδα λείπουν εκτός ολίγων εξαιρέσεων. Είνε δε πλημμυρισμένη από στρατιώτας, διότι μετεστάθμευσαν ήδη εδώ πολλά σώματα, μη τηρουμένου πλέον αμφοτέρωθεν του όρου της ανακωχής, του να μη υπάρχη εν Λαμία άλλη δύναμις, εκτός της ταξιαρχίας των προφυλακών και της φρουράς της πόλεως. Οι Τούρκοι εξ άλλου, διατηρούν φαίνεται πολλήν δύναμιν στρατού εις τα στενά της Δερβέν Φούρκας έχουν δε κατασκευάσει χαρακώματα ισχυρότατα επί της γραμμής των προφυλακών και εξακολουθούν πάντοτε και αδιαλείπτως εργαζόμενοι. Υποφέρουν όμως οι εν ταίς προφυλακαίς των, κυρίως από έλλειψιν ύδατος.
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .        

10 Ιουλίου, Ταράτσα.
Είνε αδιήγητον το μαρτύριον που υποφέρομεν. Ηναγκασμένοι να μένωμεν καθ’ όλην την ημέραν εις το στρατόπεδον, ψηνόμεθα κυριολεκτικώς υπό την πυριφλεγή σκηνήν, ως οι παίδες εν τη καμίνω, χωρίς όμως να έχωμεν και ημείς την δρόσον, η οποία έδωκε εις τους αγίους εκείνους παίδας την όρεξι να ψάλλουν υμνολογούντες τον ύψιστον. Προς τη ζέστη δε τη φρικτή, η μυίγα η συχαμένη, η βρομερά, η οποία εις νέφη καλύπτει όλα τά γύρω μας, και το πρόσωπό μας ακόμη. Φαντάσου ότι όταν τρώγωμεν, διά να μη πέση το σμήνος εκείνο μέσα ’ς το φαγητό μας, έχομε ένα στρατιώτην, ο οποίος ιστάμενος όρθιος, κινεί πλησίον του προσώπου μας και άνωθεν του πινακίου, υπερμεγέθη κλάδον σχίνου προς αποδίωξιν αυτών. Ενώ δε ξαπλωνόμεθα ύπτιοι, μη έχοντες τι να αντιτάξωμεν κατά του αφορήτου καύσωνος, πνεύμα αέρος καυστικού συχνά σηκώνει και φέρνει ’ς τά μούτρα μας όλα τα χώματα και της βρώμαις πού είνε μέσα και εις τα πέριξ της σκηνής. Ωραία ζωή, μά την αλήθεια …. Και εις επίμετρον πάντων, αι αναθυμιάσεις αι φονικαί εκ των ακαθαρσιών, αι οποίαι πληρούν τά πέριξ, και τούτο ένεκα ελλείψεως εφαρμογής του άλφα των όρων του καταυλισμού, της διανοίξεως βόθρων προς …. Δεν ζηλεύετε τη ζωή μας αυτή; αί;
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .        

26 Ιουλίου, Πηγαδούλια.
Μου φαίνεται ότι σήμερα εξύπνησα μετά ζωηρόν όνειρον. Η δεκαήμερος διαμονή μου αυτού, εις τάς :Αθήνας, μέσα ’ς τα φώτα τα ηλεκτρικά και μέσα ’ς τα πλήθη των νέων, οι οποίοι πλημμυρούν τάς πλατείας και μέσα εις την κλαγγήν των ξιφών των αξιωματικών των απειραρίθμων, οι οπίοι κατώρθωσαν να μαζευθούν ’ς τάς Αθήνας, μου αφήκε ένα φαρμακερό βάρος ’ς την καρδιά. Όσην εθελοθυσίαν και αν έχη ο άνθρωπος για την πατρίδα του, θα λυπηθή με αυτήν την κατάστασιν. Γιατί τάχα μερικοί να υποφέρουν τα πάνδεινα εδώ επάνω, εν τη στερήσει και τη κακουχία, και οι άλλοι, το μεγαλείτερον μέρος εκ των υποχρέων προς τούτο, να παίρνουν παγωτό ’ς το Άϊ-Λάϊφ;
Όταν σήμερα παρουσιάσθημεν με τον Κώσταν εκ της αδείας μας, όλοι εξεπλάγησαν. Διότι είνε συνήθεια, όταν πάρη κανείς άδεια, να την υπερβή, δι’ όλων των αθεμίτων και των θεμιτών μέσων, κατά το τριπλάσιον ή το διπλάσιον τουλάχιστον. Το καλλίτερον δε μέσον είνε ο … γιατρός. Τουλάχιστον οι γιατροί εχρησίμευσαν εις κάτι … Εδώ λοιπόν μας είπαν ότι είμεθα κουτοί, πού επεστρέψαμε άμα τη λήξει της αδείας μας! Ξεύρεις όμως εγώ τι λέγω; ότι αν η μητέρα μου δεν επέμενε τόσω να έλθωμε να μας ιδή, μετά τόσα και τόσα βάσανα πού υπέφερε, και αν δεν ήξευρα, ότι ήτον άρρωστη από την στενοχωρίαν της δεν θα την έπαιρνα αυτήν την άδειαν.
.         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .         .        
Κατά την μικράν απουσίαν μου, εδώ το σύνταγμα έγινε μαλλιά-κουβάρια. Αι σχέσεις μεταξύ των αξιωματικών, ένεκα των περιμαχήτων εκθέσεων, ετραχύνθησαν έτι μάλλον και ήρξαντο, όχι αι εις λόγους περιοριζόμεναι μέχρι πρό ημερών αντεγκλήσεις, αλλά αι γραπταί και επίσημοι καταγγελίαι μεταξύ των, ένεκα διαφόρων λόγων, αναφερομένων είτε εις την εμπόλεμον δράσιν των είτε εις την διαχείρισίν των.
Ούτω ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Μελ. Λουκάς, κατήγγειλε τον λοχαγόν Φυσέκην, ο Καζαντζής τον υπολ. Λάμπρου, ο Παπακυριαζής τον Χριστοδούλου, ο Χατζόπουλος δεν ξεύρω ποιόν και ούτω καθεξής! Ούτως ώστε το σύνταγμα ευρίσκεται εις μεγάλην στενοχωρίαν. Εκ των καταγγελιών τούτων, έν εκ των δύο πρέπει φυσικά να προκύψη. Ή να παραπεμφθούν ή οπωσδήποτε τιμωρηθούν οι καταγγελόμενοι, ή να κατηγορηθούν επί συκοφαντία οι καταγγείλαντες. Επικρατεί όμως η ιδέα ότι όλαι αυταί αι καταγγελίαι, θα πλακωθούν, κατά το κοινώς λεγόμενον, δηλ. δεν θα ενεργηθούν καθόλου. Εννοείς βέβαια την ευθύνην της διοικήσεως του συντάγματος εκ τούτου. Αλλά εις το Ρωμαίϊκο αυτή είνε η συνήθης τύχη πάσης καταγγελίας, η δε διοίκησις του συντάγματός μας δεν είνε βέβαια από την Κίνα. Είνε και αυτή ρωμαίϊκη. Άρα είμαι και εγώ βέβαιος ότι αι καταγγελίαι αυταί θα τεθούν διά πάντα εις το χρονοντούλαπο [Σημ. Καθώς έμαθον τελευταίον, ο Ιω. Καζαντζής είχε τόσω αγανακτήσει, διότι δεν ενηργήθη η κατά του Λάμπρου καταγγελία του, ώστε παρουσιάσθη απ’ ευθείας εις τον Διάδοχον εν τη Αγία Μαρίνη, και τω εξέφρασε τα παράπονά του επί τούτω, καταστήσας γνωστόν εις τον Αρχηγόν ότι ουδεμία καταγγελία ενηργήθη. Δεν γνωρίζω όμως το αποτέλεσμα του διαβήματός του.]
Υστερόγραφον.
Θα σου διηγηθώ τι μου συνέβη σήμερα το μεσημέρι, διά να καταλάβης την μεταξύ των αξιωματικών επικρατούσαν εχθρότητα.
Ο ταγματάρχης κ.Πριονιστής, συσσιτών εις τον λόχον του υπολοχαγού Βλαχάκη, εις όν ανήκει και ο Κώστας, με προσεκάλεσε να γευματίσωμε μαζή, διά να μη κάμω τον κόπον και κατέλθω εις Λαμίαν και επειδή είμαι και μουσαφίρης και ολίγον ασθενής.
Επήγαμε ’ς τη σκηνή και εφάγαμε. Συνδαιτημώνες ήμεθα, ο ταγματάρχης μας, ο υπολοχαγός Βλαχάκης, ο υπίατρος Μωραΐτης, εγώ, ο αδελφός μου ο Κώστας και ο ανθυπασπιστής Σανόπουλος.
Εις το τέλος του φαγητού, η συνήθης συζήτησις: τα πολεμικά. Εις την συζήτησιν αυτήν έπεσε και το όνομα του πρώην λοχαγού μου Βουλγαράκη.
-Ο Βουλγαράκης ήτο ο πειό τυχηρός αξιωματικός, λέγει ο κ.Μωραΐτης. Επληγώθηκε από την πρώτην ’μέρα και εγλύτωσε όλας της μπόραις και τα βάσανα που υποφέραμε οι άλλοι. Και θα προβιβασθή βέβαια.
-Και πρέπει να προβιβασθή, λέγει ο κ.Πριονιστής, το καθήκον του το έκαμε και επληγώθη μάλιστα.
-Αυτό δά έλειπε, λέγει μετά πικρίας ο κ.Βλαχάκης. Να θέλη και γαλόνι. Μά τι έκαμε ’ς το θεό σας, ο Βουλγαράκης να έχη και αξιώσεις προβιβασμού;
-Να σας ’πώ εγώ τι έκαμε, κ.υπολοχαγέ, λέγω προς τον κ.Βλαχάκην. Έλαβε μίαν διαταγήν, την εξετέλεσεν όπως έπρεπε και εν τη εκτελέσει της διαταγής αυτής, ευρισκόμενος εντός του πυρός, επληγώθη. Τι άλλο ηθέλατε να κάμη. Σείς τι εκάματε επί τέλους και κατηγορείτε τους άλλους.
-Όχι όμως όπως έγραψες σύ ’ς την εφημερίδα, ότι στεκότανε με το σπαθί ’ς το χέρι, (Σημ. Κατά τάς αρχάς των συμπλοκών, εν τη εφημερίδι «Σκρίπ» είχε δημοσιευθή μικρά περιγραφή της εν Γκριτζόβαλι μάχης του λόχου μου καθ’ ήν επληγώθη ο κ.Βουλγαράκης, ως εκτίθεται εν ταίς πρώταις σελίσι του βιβλίου τούτου. Το δημοσίευμα εκείνο ενοούσε ομιλών ο κ.Βλαχάκης) απαντά με κάποιαν ειρωνείαν.
-Κύριε Βλαχάκη, τώ λέγω μετά τόνου σοβαρού, με την κουβέντα σας αυτή αποδίδετε εις εμέ το δημοσίευμα εκείνο. Δηλαδή μου λέτε ότι εκάθησα εγώ και έγραψα για τον εαυτόν μου, εις την εφημερίδα· διότι εγράφησαν τότε περισσότερα για μένα παρά για τον κ.Βουλγαράκην. Με αυτό που μου λέγετε με προσβάλλετε και αν δεν το καταλαμβάνετε, σας το λέγω εγώ.
-Μά … δεν το λέγω εγώ αυτό, το ήκουσα από άλλους ….
-Λοιπόν, του απαντώ εν εξάψει και οργή, είμαι πολύ ευχαριστημένος πού μου κάμνετε αυτήν την κουβέντα ενώπιον του κ.Ταγματάρχου και των άλλων εδώ. Σας λέγω λοιπόν, επί τώ λόγω της τιμής μου, ότι δεν είχα είδησιν περί του δημοσιεύματος αυτού, ειμή όταν μού το είπεν εις τα Φάρσαλα ο ανθυπολοχαγός Κριέλας. Μετά την δήλωσίν μου αυτήν, κ.Βλαχάκη, θα αποκαλέσω συκοφάντην και άτιμον πάντα, οιοσδήποτε και αν είναι, όστις ήθελε επαναλάβει, ή ήθελε θεωρήσει αληθές εκείνο το οποίον είπατε, και θέλω φερθή προς αυτόν όπως του πρέπει και όπως μου επιβάλλεται να φερθώ.
-Δεν ξεύρης τι λές, κ.Βρυζάκη, μού φαίνεται.
-Ξεύρω πολύ καλά τι λέγω, εκτός αν δεν με εννοήτε. Σας παρακαλώ δε να μού αποτείνεσθε, όπως πρέπει να αποτείνεται αξιωματικός προς αξιωματικόν, έστω και κατώτερον.
-Σιωπή κύριοι, διακόπτει αποτόμως και οργίλως ο κ.Ταγματάρχης, όστις μέχρι τούδε ήκουε μόνον. Δεν λαμβάνετε κάν υπ’ όψιν ότι ομιλείτε ενώπιον του Ταγματάρχου σας. Διά σας μάλιστα λυπούμαι περισσότερο, κ.υπολοχαγέ, διότι σείς υποκινήσατε αυτήν την άτοπον συζήτησιν …..
-Προς εμέ, κ.Ταγματάρχα, αποτείνεσθε, αφού ο κ.ανθυπολοχαγός με ύβρισε; ….
-Δεν συνειθίζω να υβρίζω κανένα, κ.υπολοχαγέ, πολύ μάλλον τους ανωτέρους μου. Εγώ ομιλώ τετράγωνα, άνευ περιστροφών, κ.Βλαχάκη, και λυπούμαι, επαναλαμβάνω, πού δεν με νοήσατε.
-Σιωπή, επαναλαμβάνω, λέγει ο κ.Πριονιστής εγειρόμενος. Ορίστε, κύριοι, θ’ αναχωρήσωμεν.
Ήμουν έξω του εαυτού μου με τον τρόπον του κ.Βλαχάκη, τον οποίον είχεν αρκετά ζεματίσει και η απάντησίς μου και η επίπληξις του κ.Ταγματάρχου.
Ο κ.Βλαχάκης και ο αδελφός μου Κώστας, έμειναν εις την σκηνήν των. Ο κ.Ταγματάρχης, ο κ.Μωραΐτης, εγώ και ο κ.Σανόπουλος ανεχωρήσαμεν αμέσως.
Μετ’ ολίγα βήματα αποτείνομαι προς τον κ.Πριονιστήν.
-Κ.Ταγματάρχα, ειπέτε, σας παρακαλώ, ελευθέρως. Ήτο πρέπον να ειπή ο κ.Βλαχάκης όσα είπε για μένα και κατά του κ.Βουλγαράκη, χωρίς λόγον επί τέλους;
-Βρέ αδερφέ, ο Βλαχάκης πολλαίς φοραίς δεν ξεύρει τι λέγει, μού απαντά εν αγανακτήσει ο κ.Πριονιστής.
-Αλήθεια, προσθέτει ο υπίατρος κ.Μωραΐτης. Για μένα ήτο αρκετή ικανοποίησις.
Σου διηγήθηκα αυτό το επεισόδιον ολόκληρον διά να σού δώσω την εικόνα των διαθέσεων των αξιωματικών προς αλλήλους και πιστεύω ότι ειμπορείς να εξαγάγης πολλά πράγματα εξ αυτού.»
ΤΕΛΟΣ


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Για το λοχαγό Δούσμανη βλέπε Βίκτωρ Δούσμανης.
[2] Νιχογιαννόπουλος Ευθύμιος, ανθυπολοχαγός πεζικού. Γεννήθηκε το 1867 στην Άμφισσα. Φονεύθηκε στις 7 Απριλίου 1897 (πηγή: Μεγάλη Στρατιωτική Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια 5, Λεξικό, σελίδα 98.



ΠΗΓΗ










Δημοσίευση σχολίου